"Ο Γυρισμός" του Χάρολντ Πίντερ
Κριτική στην πατριαρχία, την οικογένεια αλλά και στις διαπροσωπικές σχέσεις
ασκεί ο Χάρολντ Πίντερ στο έργο του «Ο Γυρισμός» που παρουσιάζει το
Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, σε σκηνοθεσία του Πέρη Μιχαηλίδη, από το Σάββατο
18 Ιανουαρίου 2025 στο Μικρό Θέατρο της Μονής Λαζαριστών.
Πρόκειται για μια κωμωδία της απειλής, όπου ο βραβευμένος συγγραφέας με
βιτριολικό χιούμορ, απροκάλυπτο κυνισμό και ωμό ρεαλισμό θίγει τα κακώς κείμενα
της κοινωνίας τα οποία απασχολούν και τη σύγχρονη εποχή.
Οι χαρακτήρες σοκάρουν όχι μόνο με την αθυροστομία τους αλλά και με το
περιεχόμενό τους που αναδεικνύεται μέσα από ακραίες συγκρούσεις και ανατροπές
ενώ πολλές φορές ακροβατούν ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό.
Πίσω από τη φαινομενικά ρεαλιστική δράση και τους δομημένους με σχολαστική
ακρίβεια διαλόγους, ο Πίντερ προκαλεί μια συνεχή αίσθηση ανασφάλειας, σε ένα
ασαφές πλαίσιο, στο οποίο χάνονται τα όρια του αληθούς, του ψευδούς, της
πραγματικότητας και του ονείρου.
«Ο Γυρισμός» του Χάρολντ Πίντερ έκανε πρεμιέρα το 1965 στο Aldwych Theatre στο
Λονδίνο. Δύο χρόνια αργότερα παρουσιάστηκε στη Νέα Υόρκη και βραβεύτηκε από την
κριτική, σημειώνοντας πολύ μεγάλη επιτυχία. Ο Βρετανός συγγραφέας, που τιμήθηκε
με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2005, δημιούργησε το προσωπικό του ύφος γραφής,
χρησιμοποιώντας μια γλώσσα φαινομενικά οικεία, που μέσα από παύσεις και σιωπές
αναδεικνύει την αδυναμία ουσιαστικής επικοινωνίας και επαφής των προσώπων. Ο
Γυρισμός συγκαταλέγεται στα έργα του Πίντερ, γνωστά ως «κωμωδίες της απειλής».
Μέσα στο δωμάτιο -το βασικό σκηνικό του έργου- διαδραματίζονται κωμικοτραγικές
σκηνές, που ενισχύουν την αίσθηση της αστάθειας και της αποξένωσης των
Πιντερικών χαρακτήρων.
Η παράσταση
Σε μια υποβαθμισμένη βιομηχανική περιοχή στο βόρειο Λονδίνο ζούνε σε ένα σπίτι
ο Μαξ, πρώην κρεοπώλης, οι δυο γιοί του κι ο αδελφός του Σαμ, σοφέρ σε
λιμουζίνες. Στο σπίτι αυτό επιστρέφει μετά από χρόνια ο μεγαλύτερος γιος του, ο
Τέντυ, που είναι πλέον καθηγητής φιλοσοφίας και ζει στην Αμερική, μαζί με τη
γυναίκα του τη Ρουθ. Η απρόσμενη επίσκεψη του γιου και η εμφάνιση μιας
γυναικείας παρουσίας στο σπίτι, διαμορφώνει νέους συσχετισμούς και δυναμικές.
Ποιος θα κυριαρχήσει, τελικά, και ποιος θα υποταχθεί; Τι ρόλος θα επιβληθεί στη
Ρουθ; Και τι θα διεκδικήσει η ίδια για τον εαυτό της;
Το πατρικό σπίτι, στο οποίο επιστρέφει ο Τέντυ, είναι ένας χώρος που
κατοικείται αποκλειστικά από άντρες. Μέσα στο ασφυκτικά πατριαρχικό πλαίσιο που
οργανώνει ο Χάρολντ Πίντερ, κυριαρχούν λόγοι βίας και ακραίου μισογυνισμού. Ο
ξένος που εισβάλει στον χώρο αυτόν -κατά την προσφιλή τακτική του νομπελίστα
συγγραφέα- διαταράσσει την ήδη εύθραυστη ισορροπία του. Η γυναικεία παρουσία
υπενθυμίζει την κομβική μητρική έλλειψη στο σπίτι, υποκινώντας ένστικτα και
απωθημένα που δημιουργούν στους αντρικούς χαρακτήρες επιθυμίες και ανάγκες.
*Κατάλληλο για θεατές άνω των 15 ετών
Συντελεστές
Μετάφραση: Χριστίνα Μπάμπου- Παγκουρέλη
Σκηνοθεσία, Μουσική επιμέλεια, Φωτισμοί: Πέρης Μιχαηλίδης
Σκηνικά– Κοστούμια: Γιάννης Μετζικώφ
Βοηθός σκηνοθέτη: Άγγελος Ανδρέας Καρανικόλας
Οργάνωση παραγωγής: Ματίνα Παγουλάτου
Φωτογραφίες: Mike Rafail | That long black cloud
*βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης Αναστασία
Μαρκέλλα Νεαμονίτη
*βοηθός σκηνοθέτη στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης Βερόνικα Λεβεντοπούλου
Διανομή
Γιώργος Κολοβός (Λένυ)
Βασίλης Σπυρόπουλος (Μαξ)
Θάνος Κοντογιώργης (Σαμ)
Μάνος Γαλανής (Τζόυ)
Ελένη Μισχοπούλου (Ρουθ)
Κωνσταντίνος Χατζησάββας (Τέντυ)
Πληροφορίες
Μικρό Θέατρο Μονής Λαζαριστών: Κολοκοτρώνη 25-27, Σταυρούπολη
Έναρξη: Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2025, 21:00
Προπώληση: ntng.gr |more.com | 2117700000|
Πληροφορίες- κρατήσεις στο Τ. 2315 200 200 και στα εκδοτήρια του ΚΘΒΕ
Ώρες παραστάσεων
Τετάρτη: 19:00
Πέμπτη- Παρασκευή: 21:00
Σάββατο: 18:00- 21:00
Κυριακή: 19:00
Τιμές εισιτηρίων
Τετάρτη στις 19:00, Πέμπτη έως Σάββατο στις 21:00 και Κυριακή στις 19:00:
Γενική είσοδος: 13€
Εκπτωτικό Εισιτήριο: 9€ (Φοιτητικό - Μαθητικό, Πολύτεκνοι, Άνω των 65,
Εκπαιδευτικών)
Ημέρες Πέμπτη (λαϊκή) στις 21:00 και Σάββατο στις 18:00
Γενική είσοδος: 11€
Εκπτωτικό Εισιτήριο: 9€ (Φοιτητικό - Μαθητικό, Πολύτεκνοι, Άνω των 65,
Εκπαιδευτικών)
Ειδικές τιμές. Απαιτείται η αγορά των εισιτηρίων από τα ταμεία του ΚΘΒΕ και όχι
ηλεκτρονικά.
ΑΜΕΑ: Δωρεάν
Μέλη του Συλ. Υπαλ. Υπουργείου Πολιτισμού Β. Ελλάδος: 5€
Ατέλειες: Δωρεάν 5 θέσεις ανά ημέρα παράστασης. Κατόπιν εξαντλήσεως των θέσεων,
τιμή εισιτήριου.
Ανέργων: Δωρεάν 5 θέσεις ανά ημέρα παράσταση. Κατόπιν εξαντλήσεως των θέσεων,
τιμή εισιτήριου 5€.
Φοιτητικό: από 3 έως 6 άτομα, τιμή 7€ / άτομο. Άνω των 10 ατόμων, τιμή 5€ /
άτομο.
«Εισιτήριο της παρέας»: Για παρέα 3 ατόμων τιμή 25€ στο σύνολο και για παρέα 4
ατόμων τιμή 30€ στο σύνολο.
Ομαδικό Εισιτήριο: 7 ευρώ (για 10 άτομα ισχύει για Τετάρτη, Πέμπτη και Σάββατο
απόγευμα - από 20 άτομα και πάνω για Παρασκευή, Σάββατο βράδυ και Κυριακή).
Ομαδικές κρατήσεις (άνω των 10 ατόμων): 2315 200 011 & 2315 200 012
«Ο Γυρισμός» του νομπελίστα Άγγλου συγγραφέα, Χάρολντ Πίντερ στο ΚΘΒΕ – Κριτική της παράστασης Αγγέλα Μάντζιου
Πηγή: CityportalΤην παράσταση «Ο Γυρισμός» του νομπελίστα Άγγλου συγγραφέα, Χάρολντ Πίντερ, παρακολουθήσαμε στο θέατρο της Μονής Λαζαριστών (μικρή σκηνή), από το ΚθβΕ.
«Ο Γυρισμός»: Έργο πρισματικών όψεων, αμφιθυμιών,
φαντασιώσεων, συγκρίσεων και ματαιώσεων, σκηνοθετημένο ήσυχα σαν μουσική
νοσταλγική στον νυγμό μιας επίμονης ανάμνησης ή μιας ενδόμυχης προσδοκίας.
Ταξικό πρόσημο αναφοράς, πρόσωπα αντιφατικά, καίριες
προσωπικές επισημάνσεις, κοινωνιολογικές παρατηρήσεις, διάλογοι ελλειπτικοί,
οριοθετούν τον κώδικα αυτής της θεατρικής πραγματείας, με θέμα την ανατομή
σχέσεων και συμπεριφορών στους κόλπους μιας οικογένειας.
Τα ενήλικα πρόσωπα του έργου, επιστρέφουν συνεχώς -ή
επιθυμούν να επιστρέψουν (με ερωτηματικό και στις δύο περιπτώσεις ρημάτων)-, σε
έναν χώρο-καταφύγιο-φυλακή: σπίτι-δωμάτιο, τόπο καταγωγής, ηλικία, εποχή,
σχέση, ανάμνηση, αίσθημα). Το σπειροειδές σχήμα των περιγραφόμενων συσχετισμών
ανοίγει και κλείνει διαρκώς σε μια αέναη επανάληψη ανατροπών, αποκατάστασης,
αποδόμησης.
Δραματικό περιεχόμενο, απαισιόδοξη ματιά, αφαιρετική τάση, κριτική έκθεση, διφορούμενα αισθήματα -με την επικάλυψη του φλεγματικού Βρετανικού χιούμορ-, τείνουν σε μια συνάφεια ιδεών ή σε μια αντηχητική «συνομιλία», με άλλα έργα στην σφαίρα επιρροής, γοήτρου, απτότητας στο πνεύμα και άλλων θεατρικών συγγραφέων (Ίψεν, Στρίντμπεργκ, Τσέχωφ, Μπέκετ), όπως εξετάζουν τον άνθρωπο εστιάζοντας το βλέμμα τους σε άτομα, μονάδες, και κοινωνικά σύνολα.
Η σκηνοθετική διεργασία χρησιμοποίησε ελάχιστα
μέσα για να περιγράψει ατμόσφαιρες αισθημάτων ιχνογραφώντας μια αίσθηση
απειλής, έκρηξης, αποδοχής, πληρότητας, ταραχής. Τα σύμβολα των αναφορών του
έργου (ψαλίδι, κλειδί, τσιγάρο, εφημερίδα, μουσική, ποτό, χορός, φωτογραφία),
σχηματοποίησαν πόζες και λεκτικές αντιπαραθέσεις. Οι περιγραφές (παιδικό
δωμάτιο -χώρες), οι συγκρίσεις (Ηνωμένο βασίλειο- Αμερική) και οι διακοπτόμενες
σπασμένες εκμυστηρεύσεις (γυναίκα – άντρες), είχαν μια ζωηρή αδρότητα. Η
σκηνοθεσία πέτυχε να χαρτογραφήσει τον μικρόκοσμο μιας ανθρώπινης κατάστασης,
τάσης ή απόπειρας. Η επιστροφή στο παρελθόν μιας ανάμνησης (πατέρας), στον
γενέθλιο τόπο καταγωγής (γυναίκα), ο γυρισμός του ξενιτεμένου στο παιδικό
δωμάτιο (επιστήμων γιος), το αναφορικό κόλλημα στο παρόν προβολή στο άδηλο μέλλον
(γιοι-θείος), όλα εξετάζονται στο μεταίχμιο ωριμότητας, γηρατειών, γνώσης,
άγνοιας, ελαφράδας, φιλοσοφικού ειρωνικού στοχασμού, σε μικρές διαλειμματικές
σκηνές.
Οι ερμηνείες ήταν πειστικές στο εικονικό και
συναισθηματικό φάσμα των ποιοτήτων που αναδείχθηκαν με την εξέλιξη της δράσης.
Οι ηθοποιοί της παράστασης, υποστήριξαν τα σκηνοθετικά σχεδιάσματα μιας
πολυεπίπεδης και εσωστρεφούς κατασκευής, χτίζοντας μια στιβαρή περιγραφή
χαρακτήρων σε συνεχείς ανατροπές, μεταπτώσεις, κλονισμούς. Οι διάλογοι όπως
ανταλλάχθηκαν, ανέδειξαν πίσω από τα λόγια τις αλληλουχίες της σιωπής για όλα
όσα σημαντικά υπονοήθηκαν, κατανέμοντας το ρητό και άλεκτο φορτίο των
εσωτερικών κραδασμών, εκφρασμένο με προσωπογενείς χαρακτηριστικές χειρονομίες.
Προχωρώντας προσεκτικά σε ένα πολύ ενδιαφέρον παιχνίδισμα ανταλλαγής και
ανακατανομής των αισθηματικών δυνάμεων στο πεδίο της πράξης, οι ρόλοι
διακρίθηκαν άριστοι στο αγώνισμα, με τον ρόλο του πυγμάχου Τζόυ να κρίνεται στην
λεπτομέρεια.
Όσα διαδραματίστηκαν, περιέγραψαν τις ματαιώσεις,
σπιθίζοντας αναλαμπές ποικίλων διφορούμενων αισθημάτων. Οι σχέσεις, οι δεσμοί,
η θέση, οι ιδιότητες των μελών της οικογένειας, άνοιξαν ένα χρωματικό φάσμα
πρισματικής θεώρησης των κοινωνικών- οικονομικών-πολιτικών και πολιτισμικών
δεδομένων, θεωριών, στερεοτύπων, όπως αυτά διαμόρφωσαν τα άτομα και τις γενεές,
στο παράδειγμα της επιλογής και παρατήρησης του συγγραφέα (πατέρας, αδερφός,
τρεις γιοι, θείος, γυναίκα, απούσα μητέρα, απών φίλος, πατέρας). Αυτά τα
πρόσωπα, ενεργά επαγγελματικά, σε απόσυρση ή μετατοπισμό
(αισθηματικό-κοινωνικό-πολιτισμικό), αποτέλεσαν το αντικείμενο της θεατρικής
συνθήκης, υποκείμενα στην πραγματικότητα και στην φαντασίωση επιθυμιών και
ονειρώξεων, στον κύκλο του παρελθόντος και του παρόντος της ζωής τους, σε
προοιωνισμό του μέλλοντός τους σε ανοιχτή ερμηνεία από τους θεατές. Τα λόγια
τους, μολονότι άνισα κατανεμημένα (άντρες-γυναίκα), περιέγραψαν όψεις και
θραύσματα ζωής, εντυπώσεις, καταστάσεις και βιώματα, κατακτήσεις, συσχετισμούς,
όνειρα και διαψεύσεις, με τρόπο δηλωτικό του μορφωτικού επιπέδου, της
κοινωνικής εμπειρίας, του φύλου, της ηλικίας τους, του χαρακτήρα, των
καταβολών, της προδιάθεσης.
Ο σκηνικός χώρος, το σαλόνι ενός σπιτιού (εσωτερικός χώρος επιστροφής-υποδοχής-επίσκεψης-συνάντησης-ονειροπόλησης-καταφύγιο ανθρώπων) και μία άδεια καρέκλα στον χώρο των θεατών, έδειξε ρεαλιστικά σε συνάρτηση των εικόνων, το πεδίο εντός του οποίου εκδηλώθηκαν, αποσιωπήθηκαν, αποκαλύφθηκαν τα φορτία των λόγων και οι υφές των αισθημάτων στις σχέσεις των ανθρώπων. Όλα συντελέστηκαν για να αναδειχθούν οι φυλετικές κοινωνικές και ταξικές «όψεις» των ανθρώπων: καλοί και κακοί ταυτόχρονα, διφορούμενα εύγλωττοι και αινιγματικοί, ατελείς και ανταγωνιστικοί, κυνικοί και αισθηματίες, ατομοκεντρικοί, ιδιότροποι και προσηνείς, εμμονικοί, μοναχικοί και παραπονεμένοι, εγκλωβισμένοι, ελεύθεροι ή δέσμιοι ποικίλων περιορισμών, προορισμένοι να ομιλούν χωρίς να κατορθώνουν να ακούγονται ή να γίνονται κατανοητοί από τους άλλους…
Το χειροκρότημα ήταν επιδοκιμαστικό, η υπόκλιση των
ηθοποιών ευγενική, ο χαιρετισμός του σκηνοθέτη διακριτικός.
Έτσι έκλεισε ο κύκλος της παράστασης «Ο Γυρισμός»,
στο σκηνοθετικό αποτύπωμα μιας μουσικής παρτιτούρας λεπταίσθητων δονήσεων, έργο
μοντέρνο δεύτερης ανάγνωσης, μελαγχολικής προδιαγραφής όσων αποκαλύπτονται στον
θεματικό του πυρήνα.
Ανάμεσα στους θεατές της παράστασης ήταν και ο έχων το θάρρος της γνώμης,
έγκριτος δημοσιογράφος-συγγραφέας Μ. Κοττάκης.
Κριτική: Παύλος Λεμοντζής
«Ο Γυρισμός», συγκαταλέγεται στα έργα του Πίντερ γνωστά ως
«κωμωδίες της απειλής».
Το έργο και η παράσταση
H υπόθεση μιλάει για την επιστροφή ενός διανοούμενου και της
γυναίκας του στην πατρίδα. Σε μια φτωχογειτονιά του Λονδίνου και συγχρόνως σε
μια βίαιη οικογένεια που αποτελείται μόνο από άντρες. Στον κόσμο τους θα
εισβάλει, ως καταλύτης, το «αμαρτωλό» θηλυκό. Μια γυναίκα, χωρίς χαρακτήρα και
προσωπικότητα, που «φωτίζεται» κάθε φορά από την παρουσία ενός άντρα. H
κρυμμένη δύναμη που κουβαλάει δε θα αποκαλυφθεί, παρά μόνο στο τέλος.
Πιο αναλυτικά, σε μια υποβαθμισμένη βιομηχανική περιοχή στο
βόρειο Λονδίνο ζούνε σε ένα λαϊκό σπίτι ο Μαξ, πρώην κρεοπώλης, οι δυο γιοί του
κι ο αδελφός του Σαμ, σοφέρ σε λιμουζίνες. Σ’ αυτό επιστρέφει μετά από χρόνια ο
μεγαλύτερος γιος του, ο Τέντυ, που είναι πλέον καθηγητής φιλοσοφίας και ζει
στην Αμερική, μαζί με τη γυναίκα του τη Ρουθ. Η απρόσμενη επίσκεψη του γιου και
η εμφάνιση μιας γυναικείας παρουσίας στο σπίτι, διαμορφώνει νέους συσχετισμούς
και δυναμικές. Ποιος θα κυριαρχήσει, τελικά, και ποιος θα υποταχθεί; Τι ρόλος
θα επιβληθεί στη Ρουθ; Και τι θα διεκδικήσει η ίδια για τον εαυτό της;
Το πατρικό σπίτι είναι ένας χώρος που κατοικείται
αποκλειστικά από άντρες. Μέσα στο ασφυκτικά πατριαρχικό πλαίσιο που οργανώνει ο
Χάρολντ Πίντερ, κυριαρχούν λόγοι βίας και ακραίου μισογυνισμού. Ο ξένος (μια
γυναίκα) που εισβάλει στον χώρο αυτόν -κατά την προσφιλή τακτική του νομπελίστα
συγγραφέα- διαταράσσει την ήδη εύθραυστη ισορροπία του. Η γυναικεία παρουσία
υπενθυμίζει την κομβική μητρική έλλειψη στο σπίτι, υποκινώντας ένστικτα και
απωθημένα, που δημιουργούν στους αντρικούς χαρακτήρες επιθυμίες και ανάγκες.
Ο Χάρολντ Πίντερ παραμένει ένας πρωτοπόρος της σημερινής
δραματουργίας στη Δύση. Ένας κοινωνικοπολιτικά συνειδητοποιημένος δημιουργός.
Τολμηρός κατήγορος -ως πολίτης και δραματουργός- της ιμπεριαλιστικής
αγριότητας, αλλά και όσων συνθέτουν, συντηρούν, ανέχονται την καπιταλιστική
κοινωνία.
Έμμεσα, υποδόρια πολιτικό, μέσα από ανθρωποκεντρικά θέματα, το θέατρο του
Πίντερ, αποτελεί αποκαλυπτικό παρατηρητή και κριτή της ευθύνης και των
κοινωνικών τάξεων και των ατόμων. Πρώτιστος στόχος της κριτικής του -στα περισσότερα
έργα του- η άρχουσα παλαιά ή νέα μεγαλοαστική τάξη και η «συγγένισσά» της, η
μικροαστική. Δεν αφήνει, όμως, άκριτη ούτε την εργατική τάξη, ούτε τη διανόηση.
Στην παράσταση του ΚΘΒΕ που σκηνοθετεί ο Πέρης Μιχαηλίδης,
υπεύθυνος και για τους φωτισμούς και για τη μουσική επιμέλεια, ο Πίντερ γίνεται
κριτής των ανθρώπων της δικής του εργατικής καταγωγής. Κριτής των ηθών,
αντιλήψεων, συμπεριφορών και των «διαστρωματώσεών» της, μέσα από την «ιστορία»
μιας οικογένειας. Μιας οικογένειας που αν δε μοιάζει ολότελα στη δική του,
συμβολίζει πάντως την εργατική τάξη, τα λαϊκά στρώματα.
Έχει όλη τη λεπτομέρεια της εποχής ανέπαφη, από τη μητρική παραδοσιακή του
γλώσσα της δεκαετίας του 1960, έως τις αναφορές στην υπηρεσία του στην «ιταλική
εκστρατεία» του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου. Ωστόσο, υπάρχει μια διαχρονικότητα
στον επιθετικό μισογυνισμό των ανδρών αυτής της οικογένειας.
Ο Μαξ, επιβλητικός ο Βασίλης Σπυρόπουλος, είναι ο απόλυτος
πατριάρχης, ο οποίος χρησιμοποιεί την πατρότητα εναντίον των γιων του (ακόμη
και οι αναμνήσεις του από την πρώιμη ηλικία τους, κρύβει απειλή) και
χαρακτηρίζει, ασχημονώντας λεκτικά, τσούλα τη Ρουθ στην πρώτη τους συνάντηση.
Ο Μαξ, ως υπομόχλιο του έργου, δεν είναι διαρκώς μια ωμή
παρουσία στο σπίτι, ώστε η απαραίτητη Πιντερική απειλή να διαποτίσει την πρώτη
πράξη, αν και υφέρπει η ειρωνική κωμωδία. Έχει ξεσπάσματα, αλλά είναι και
τραχύς και ήπιος. Η απειλή στο βραδύκαυστο σενάριο του Πίντερ εμφανίζεται σιγά
– σιγά και ποτέ ορμητικά.
Ο μικρός γιος, τον υποδύεται με αψάδα αλλά και αφέλεια ο
Μάνος Γαλανής, είναι εργάτης, είναι ένα άμοιρο, ευκολόπιστο, πληγωμένο «ζώο»,
στερημένο από τη μητρική αγάπη.
Ο δεύτερος γιος είναι ο Λένυ. Ο Γιώργος Κολοβός κυριαρχεί
εντυπωσιακά στους ευδιάκριτα αφύσικους ρυθμούς του διαλόγου του Πίντερ. Πείθει
απόλυτα ως ημιμαθής, πονηρός, λαίμαργο αρσενικό και μαστροπός, επιζεί δε με
παρασιτικές δουλειές.
Ο θείος τους Σαμ, γεμίζει τη μίζερη ζωή του με παραμύθια
περί των «υψηλά ιστάμενων» πελατών του, αλλά εκδηλώνει «καλοήθη» αρρενωπότητα.
Ο έμπειρος ηθοποιός Θάνος Κοντογιώργης ερμηνεύει ιδανικά το ανυπόληπτο, από την
οικογένεια, πρόσωπο.
Απροειδοποίητα στο σπίτι επιστρέφει ο μεγαλύτερος γιος, ο
Τέντυ, με τη γυναίκα του Ρουθ ( υπέροχη η Ελένη Μισχοπούλου), αφοπλιστικά
όμορφη, με τη σιγουριά του έμπειρου με τους άντρες θηλυκού, εφόσον είναι μια
ταραχώδη προσωπικότητα, με ηθική γυναίκας ελευθερίων ηθών.
Αυτός ο μεγάλος γιος ( τον υποδύεται ο εξαίρετος
Κωνσταντίνος Χατζησάββας) , που ξέφυγε από τα μικροαστικά, λαϊκά στεγανά,
υπερέβη την τάξη του, μορφώθηκε και έγινε επιτυχημένος και εύπορος «καθηγητής»
στο εξωτερικό, αντιμετωπίζεται από την οικογένειά του σαν ξένος, σχεδόν σαν
εχθρικό «σώμα». Νιώθουν όλοι ότι μειονεκτούν απέναντι στην κοινωνική και
μορφωτική «ανωτερότητά» του και θεωρούν πως γίνεται αυτόκλητος κριτής τους.
Το σκηνικό του Γιάννη Μετζικώφ μάς μεταφέρει στη σιωπηλή
διακόσμηση της δεκαετίας του 1960. Τα χρώματα είναι συντηρητικά και οι ανέσεις
αρκούν για να υποδηλώνουν ότι κάποτε αυτό ήταν ένα λειτουργικό οικογενειακό
σπίτι. Ο φωτισμός κινείται από αυτή τη σιωπηλή οικιακή ομίχλη και ενός ενιαίου
φωτισμού, πάνω σε δραματικούς παλμούς προβολέων στις εναλλαγές σκηνών,
εξαιρετικά κατάλληλος για την αμβλεία, κατακερματισμένη φύση του έργου.
Το σπουδαιότερο «εύρημα» του συγγραφέα στο έργο είναι ότι ο
γιος που επιστρέφει αποτελεί ένα δικό του ομοίωμα. Ένα πρόσωπο που εμπλέκεται
στον «μύθο», αλλά και απεμπλέκεται, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της αριστοφανικής
παράβασης.
Ο Πίντερ διά του προσωπείου του γιου, σε ένα μονόλογο που
θυμίζει την αριστοφανική παράβαση, ομολογεί ότι είναι «κομμάτι» αυτής της
οικογένειας, ότι δεν είναι καλύτερός της, ότι κάνει τα ίδια λάθη, έχει τις
ίδιες αμαρτίες, τα ίδια κουσούρια, παθαίνει ό,τι ο πατέρας του, αφού λ.χ. και η
δική του γυναίκα εγκαταλείπει τον ίδιο και τα δυο παιδιά τους. Στο μόνο που
διαφέρει από την οικογένειά του, όπως υπογραμμίζει διά στόματος του Τέντυ,
είναι η θέση, η στάση, η ιδιότητά του ως «παρατηρητή» των ανθρώπων και κατ’
επέκταση όλης της κοινωνίας.
Υπάρχει μια αίσθηση στην αίθουσα, καθώς κυλάει η ιστορία,
ότι η οικογένεια επιδίδεται σε ένα παιχνίδι με προκλητικούς τρόπους, απλώς για
να νιώσει το κοινό κάτι περισσότερο από τα προφανή: μισογυνισμός και
πατριαρχία. Οι σχέσεις σε όλους τους τομείς είναι εξίσου ασταθείς, είτε
πρόκειται για τις εναλλαγές στη στάση μεταξύ αδελφών και πατέρα, είτε για τις
εκπληκτικές εξελίξεις μεταξύ αδερφών και κουνιάδας, είτε για την ανεξιχνίαστη
δυναμική μεταξύ του λόγιου συζύγου και της πρώην συζύγου,οι οποίοι γλείφουν τις
πληγές της ομήγυρης.
Από πολλές απόψεις το κείμενο- σε μετάφραση της Χριστίνας
Πάμπου -Παγκουρέλη – είναι γεμάτο από πολιτικές φύλου, βωμολοχίες και αγώνες
εξουσίας. Αλλά με την «κλασική» σκηνοθεσία του Πέρη Μιχαηλίδη, αισθάνεται ο
θεατής ότι παρακολουθεί μια διαχρονική, επομένως επίκαιρη μελέτη της τοξικής
αρρενωπότητας, που προσγειώνεται στο κέντρο ενός ευδιάκριτου διαγράμματος:
ανεξέλεγκτη επιθετικότητα, ζωώδες σεξουαλικό ένστικτο, μηδαμινή σχέση με
ευπρέπεια και μεγάλη απόσταση από την τέχνη τού να ακούς αντί τού να μιλάς. Απασχολεί
το κοινό, επίσης, ένα ερώτημα: ποιος έχει πραγματικά το πάνω χέρι; Είναι οι
άντρες, με την εσωστρεφή ύπαρξή τους και τις συναλλακτικές τους συμπεριφορές ή
μήπως η γυναίκα, που απορρίπτει μια βαρετή ζωή για την οποία, έτσι κι αλλιώς,
δεν ενδιαφέρεται;
Η παράσταση του ΚΘΒΕ, στους αργούς ρυθμούς που επιτάσσει το
κείμενο του Πίντερ, διαθέτει γραμμική αφήγηση και φαίνεται να αποδομεί στοιχεία
της ανθρώπινης φύσης με έναν πολύ διφορούμενο αλλά συναρπαστικό τρόπο. Αψηφά
τις προσδοκίες για το πώς θα έπρεπε να παρασταθεί ένα «καλό» ή «επιτυχημένο»
έργο και είναι, σίγουρα, μια τολμηρή σκηνοθετική προσέγγιση, επειδή θα μπορούσε
να χαρακτηριστεί από μια επιδερμική ανάγνωση, «παλιακή».
*Κατάλληλο για θεατές άνω των 15 ετών
Κριτική της Βικτωρίας Ιωσηφίδου
Η σκηνή του Μικρού θεάτρου της Μονής Λαζαριστών του Κ.Θ.Β.Ε.
πιστή πάντοτε στην ποιότητα αλλά και στην πρωτοπορία φιλοξενεί αυτή τη φορά το
αριστουργηματικό έργο του μεγάλου Άγγλου συγγραφέα μα και ακτιβιστή Χάρολντ
Πίντερ, Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ. Πολύ μπροστά ο Χάρολντ Πίντερ, εκπρόσωπος κι αυτός του
θεάτρου του Παραλόγου, ανοίγει με τα έργα του νέους δρόμους στη δραματουργία.
Συγκεκριμένα Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ανήκει στα έργα τα χαρακτηριζόμενα ως «κωμωδίες της
απειλής», καθώς η δράση εξελίσσεται σε ένα δωμάτιο, όπου απειλεί ο κίνδυνος
μιας μυστηριώδους εξωτερικής εισβολής, προκαλώντας αγωνία στα πρόσωπα. Το
χιούμορ στο έργο είναι υπόγειο και καυστικό. Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ γράφτηκε το 1964 και
για την συγκεκριμένη παράσταση την μετάφραση έκανε η Χριστίνα Μπάμπου
Παγκουρέλη.
Το έργο διαδραματίζεται σε μιαν υποβαθμισμένη συνοικία του
Λονδίνου, σε ένα σπίτι όπου συγκατοικούν τέσσερις άντρες. Ο Μαξ, πρώην
κρεοπώλης που είναι ο πατέρας, με τους γιους του τον Λένυ και τον Τζόυς που
είναι πυγμάχος αλλά και τον αδερφό του το Σαμ, σοφέρ σε λιμουζίνες. Ξαφνικά,
ένα βράδυ στο τέλος του καλοκαιριού εμφανίζεται στο σπίτι και ο μεγάλος
γιος της οικογένειας ο Τέντυ, που έχει μετακομίσει στην Αμερική και είναι
διδάκτορας φιλοσοφίας, μαζί με τη γυναίκα του τη Ρουθ. Η εισβολή του
ζευγαριού, του απομακρυσμένου πρωτότοκου και της αισθησιακής συζύγου του
θα αλλάξει τις ισορροπίες του σπιτιού. Ο Πίντερ γράφει ρηξικέλευθα
και αντισυμβατικά. Αξίες όπως η πατριαρχία αλλά και η ίδια η οικογένεια θα
αμφισβητηθούν καθώς σύντομα ανατροπές που η κοινωνία μας θα χαρακτήριζε ως
παράλογες θα συμβούν. Είναι άραγε τρελά όλα αυτά ή μέσα στον παραλογισμό
μπορούν να αναδειχθούν και σκληρές αλήθειες που πονούν μέσα σε μια κοινωνία που
νοσεί έτσι κι αλλιώς, όπως και η κοινωνία του 21ου αιώνα;
Ο έμπειρος και εμφανώς διαβασμένος Πέρης Μιχαηλίδης, που
φαίνεται να έχει μελετήσει βαθιά το έργο, σκηνοθετεί με ενσυναίσθηση
μπαίνοντας μυστικά θαρρείς μα πολύ αποτελεσματικά στο ρόλο καθενός
από τους ήρωες. Λαμβάνει την προσωπικότητα τους, την ανασκαλεύει, την
ξεσκονίζει, την διαλύει νοερά, και τέλος την επανασυνθέτει με όσο μεγαλύτερη
ακρίβεια γίνεται. Δεν γνωρίζω ποιες ακριβώς είναι οι σκηνοθετικές οδηγίες του
Πίντερ, πάντως ο σκηνοθέτης της παράστασης φαίνεται πως εμβάθυνε σε καθέναν
από τους ήρωες και καθοδήγησε τους ηθοποιούς ανάλογα να δημιουργήσουν καθαρές
και δυνατές χαρακτηριστικές προσωπικότητες. Και αυτοί, το αξιόλογο δυναμικό του
κρατικού θεάτρου που πάντα μας εντυπωσιάζει με τις ερμηνείες του, έλαβαν τις
οδηγίες με ορθάνοιχτα τα ώτα μα και το συναίσθημα. Ο σκηνοθέτης ονειρεύτηκε
επίσης μα και έπλασε μια παράσταση εξαιρετικά ατμοσφαιρική και ζεστή, γεγονός
στο οποίο συνεισέφεραν καθοριστικά και οι μουσικές και οι φωτισμοί
που επιμελήθηκε ο ίδιος.
Στην επιτυχία του εγχειρήματος συντέλεσαν καθοριστικά
και όλοι οι ηθοποιοί. Με πρώτη την Ελένη Μισχοπούλου που διέθετε τόσο τα
προσόντα όσο και το ταλέντο για να αποδώσει τον ρόλο της Ρουθ. Καλλονή μα
και παραμένοντας έντονα απόμακρη, σαγηνευτική και μυστηριώδης έγινε η
πέτρα του σκανδάλου που ήρθε για να ταράξει τα νερά. Ξεχώρισε επίσης ο Βασίλης
Σπυρόπουλος στο ρόλο του πατέρα μιας και με την δυνατή ερμηνεία του και την
μεγάλη εμπειρία του κατάφερε να μας εισάγει ιδανικά στον χαρακτήρα που
ερμήνευε, ενός σκυθρωπού, ιδιόρρυθμου και πεισματάρη γεροπαράξενου. Ο
Θάνος Κοντογιώργης στο ρόλο του Μαξ, ήταν φυσικός και αρχοντικός, ένας
τζέντλεμαν. Στον ρόλο του Τέντυ, έναν ρόλο που του ταίριαζε εμφανώς, διακρίθηκε
με την ερμηνεία του ο Κωνσταντίνος Χατζησάββας, τυπικός και κουμπωμένος μα και
αριστοκρατικός ταυτόχρονα, ως το τέκνο που κατάφερε να ξεφύγει από την
αθλιότητα των υποβαθμισμένων συνοικιών του Λονδίνου. Ο Γιώργος Κολοβός,
αεικίνητος και με μεγάλη εκφραστικότητα στο πρόσωπό του ερμήνευσε επίσης
πολύ καλά τον άστατο και εκκεντρικό Λένυ. Τέλος, ο Μάνος Γαλάνης
κατάφερε να πλάσει μία αξιόλογη και ιδιαίτερη προσωπικότητα για τον πυγμάχο
Τζόυ με τις συνεχείς κινήσεις του προσώπου και των χεριών του .
Το δωμάτιο όπου διαδραματίζεται η
υπόθεση, δηλαδή το σαλόνι του σπιτιού φαίνεται να έχει τρεις πόρτες, τρεις
εξόδους διαφυγής δηλαδή ή αλλιώς τρεις εισόδους από τις οποίες οι ήρωες
εισέρχονται και εξέρχονται. Στο σκηνικό μόνο η μία πόρτα είναι εμφανής
στο βάθος, καθώς και κάποια κάγκελα με λίγα σκαλοπάτια, ενώ η εικόνα
συμπληρώνεται από μία κονσόλα με ένα πικάπ και μερικά μπουκάλια,
αλλά και μερικά τριμμένα έπιπλα σαλονιού, έναν καναπέ και μερικές πολυθρόνες,
ανάμεσά τους και την χαρακτηριστική καρέκλα του πατέρα. Παράλληλα, τα κοστούμια
αναδεικνύουν το ρόλο και τη φυσιογνωμία καθενός από τους ήρωες, ενώ ξεχωρίζουν
για την πρωτοτυπία τους αυτά της Ρουθ. Το λιτό και ανάλογο με ένα φτωχικό
εργατικό σπίτι σκηνικό μα και τα ενδιαφέροντα κοστούμια εμπνεύστηκε και έφτιαξε
ο Γιάννης Μετζικώφ.
Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ, το χαρακτηριστικό και αξιολογότατο αυτό έργο του
Χάρολντ Πίντερ σε σκηνοθεσία του Πέρη Μιχαηλίδη είναι μια επιτυχία για το
Κ.Θ.Β.Ε. Την έκανε πράξη με την οξυδέρκεια, την αγάπη του μα και τη σκληρή
δουλειά του ο εμπνευσμένος σκηνοθέτης και το καταπληκτικό δυναμικό σε ηθοποιούς
του φορέα, χτίζοντας μιαν εξαιρετική, δυνατή και έντονα ατμοσφαιρική παράσταση.
Μια κωμωδία της απειλής σε σκηνοθεσία του Πέρη Μιχαηλίδη ή αλλιώς μετάβαση από την ουτοπία στη δυστοπία
Γράφει η Άντζελα Ζιούτη
Σε μια υποβαθμισμένη βιομηχανική περιοχή στο βόρειο Λονδίνο
ζούνε σε ένα άθλιο σπίτι ο Μαξ, πρώην κρεοπώλης, οι δυο γιοί του κι ο αδελφός
του Σαμ, σοφέρ σε λιμουζίνες.
Στο σπίτι αυτό επιστρέφει μετά από χρόνια ο μεγαλύτερος γιος
του, ο Τέντυ, που είναι πλέον καθηγητής φιλοσοφίας και ζει στην Αμερική, μαζί
με τη γυναίκα του τη Ρουθ.
Η απρόσμενη επίσκεψη του γιου και η εμφάνιση μιας γυναικείας
παρουσίας στο σπίτι, διαμορφώνει νέους συσχετισμούς και δυναμικές. Ποιος θα
κυριαρχήσει, τελικά, και ποιος θα υποταχθεί; Τι ρόλος θα επιβληθεί στη Ρουθ;
Και τι θα διεκδικήσει η ίδια για τον εαυτό της;
Το πατρικό σπίτι, στο οποίο επιστρέφει ο Τέντυ, είναι
ένας χώρος που κατοικείται αποκλειστικά από άντρες. Η μητέρα των
αγοριών, Τζέσι, έχει από χρόνια πεθάνει, ωστόσο, γίνονται συχνά αναφορές σε
εκείνην, που άλλοτε την παρουσιάζουν σαν «αγία» και άλλοτε σαν «πόρνη».
Μέσα στο ασφυκτικά πατριαρχικό πλαίσιο που οργανώνει ο
Χάρολντ Πίντερ, κυριαρχούν λόγοι βίας και ακραίου μισογυνισμού.
Ο ξένος που εισβάλει στον χώρο αυτόν – κατά την προσφιλή τακτική του νομπελίστα συγγραφέα – διαταράσσει την ήδη εύθραυστη ισορροπία του.
Η γυναικεία παρουσία υπενθυμίζει την κομβική μητρική
έλλειψη στο σπίτι, υποκινώντας ένστικτα και απωθημένα που δημιουργούν
στους αντρικούς χαρακτήρες επιθυμίες και ανάγκες. Η υποδοχή του ζευγαριού δεν
θα είναι καθόλου η αναμενόμενη.
Με την εξαίρεση του θείου Σαμ, όλα τα μέλη της
ανδροκρατούμενης οικογένειας του Μαξ θα επιτεθούν φραστικά αλλά και σωματικά
στη Ρουθ, η οποία δεν θα αντιδράσει με κανενός είδους ξέσπασμα μέχρι το τέλος
του έργου. Ο καθόλα απαθής σύζυγός της θα φύγει μόνος για την Αμερική,
προκειμένου να αναλάβει τη φροντίδα των τριών γιων που απέκτησε με τη Ρουθ, ενώ
η τελευταία θα παραμείνει στο Λονδίνο. Θα αποδεχθεί, μάλιστα, την πρόταση της
νέας της «οικογένειας» να αναλάβει εργασία ως πόρνη, προκειμένου να συμβάλει στα
έξοδα του σπιτιού, θέτοντας ωστόσο τους δικούς της όρους.
Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ του Χάρολντ Πίντερ έκανε
πρεμιέρα το 1965 στο AldwychTheatre στο Λονδίνο.
Δύο χρόνια αργότερα παρουσιάστηκε στη Νέα Υόρκη και
βραβεύτηκε από την κριτική, σημειώνοντας πολύ μεγάλη επιτυχία. Θα πρέπει να
αναφέρουμε ότι ο ίδιος ο Πίντερ, όταν του ζητήθηκε να δώσει εξηγήσεις για
τον ΓΥΡΙΣΜΟ, μίλησε για ένα έργο που εκτυλίσσεται σε ένα εντελώς
ρεαλιστικό επίπεδο, ενώ όταν ρωτήθηκε για το θέμα του έργου ανέφερε τα
εξής: «Αφορά την αγάπη και την έλλειψη αγάπης. Ομολογουμένως, οι
άνθρωποι είναι σκληροί και ανελέητοι. Ωστόσο, η συμπεριφορά τους δεν είναι
αυθαίρετη, αλλά στηρίζεται σε βαθιά εδραιωμένους λόγους». Επομένως το
έργο αποδομεί τα υποστυλώματα της φαινομενικά οικογενειακής γαλήνης και αυτή η
κατηγορία δράματος μεταφέρει εύστοχα τους ανθρώπινους πόθους, αλλά και τα καλά
κρυμμένα μυστικά των αρχετυπικών φόβων, επιθυμιών και επιδιώξεων.
Ο Βρετανός συγγραφέας, που τιμήθηκε με το Νόμπελ
Λογοτεχνίας το 2005, δημιούργησε το προσωπικό του ύφος γραφής,
χρησιμοποιώντας μια γλώσσα φαινομενικά οικεία, που μέσα από παύσεις και σιωπές
αναδεικνύει την αδυναμία ουσιαστικής επικοινωνίας και επαφής των προσώπων.
Με αυτό το εμβληματικό έργο λοιπόν της παγκόσμιας
δραματουργίας, επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη και στη ΜΟΝΗ ΛΑΖΑΡΙΣΤΩΝ του ΚΘΒΕ ο
χαρισματικός σκηνοθέτης και ηθοποιός κ.Πέρης Μιχαηλίδης. Που μάλιστα
κατορθώνει να αποδώσει με τρόπο επαρκή και στα κυριότερα σημεία με ενδελεχή
διείσδυση στο ύφος, αλλά κυρίως στην ουσία, του πολύπλοκου αυτού έργου. Βεβαίως
είναι πολύ σημαντικό και ενδιαφέρον να παίζεται Πίντερ στην πόλη μας, τη
Θεσσαλονίκη από το ΚΘΒΕ. Οι διάλογοι πυκνοί και τα νοήματα αντιθετικά και με αλληλουχία.
Μέσα από τη διαλεκτική του έξοχου καστ των ηθοποιών, συγκροτείται ταυτότητα και
εσωτερικότητα της θεατρικής παράστασης και η παρακολούθηση της αποτελεί
μοναδική στιγμή.
Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ συγκαταλέγεται στα έργα του
Πίντερ, γνωστά ως «κωμωδίες της απειλής». Με τον όρο αυτό
χαρακτηρίστηκαν από την κριτικογραφία της εποχής τα πρώτα έργα του Πίντερ, όπως
μεταξύ άλλων, Το Δωμάτιο, το Πάρτυ και
ο Επιστάτης. Κοινή παράμετρος τα πολλά κωμικά στοιχεία, ενώ
παράλληλα η αίσθηση της απειλής είναι εμφανής. Δύο αντιθετικές δυνάμεις, όπου η
μία εξοντώνει την άλλη και τελικά εξοντώνονται και οι ήρωες. Ως βασικό σκηνικό
της δράσης, παραμένει το δωμάτιο. Οι καταστάσεις κωμικοτραγικές, που
συχνά μοιάζει οι Πιντερικοί χαρακτήρες να ισορροπούν στο σκοινί της αστάθειας
και της αποξένωσης. Ο θεατής βρίσκεται μπροστά σε ένα δίπολο. Από τη μία ο
ασφαλής χώρος της οικίας. Από την άλλη ο απειλητικός εξωτερικός χώρος.
Όπως σε όλα τα έργα του Χάρολντ Πίντερ, έτσι και στο Ο
ΓΥΡΙΣΜΟΣ εκφράζεται η αγωνία του ίδιου του θεατρικού συγγραφέα για
όλες τις απειλές που υφίσταται ο σύγχρονος άνθρωπος, αλλά και την προσπάθεια
του να κατακτήσει την ασφάλεια, περνώντας δια μέσου της απληστίας όμως. Ο
περίκλειστος Πιντερικός κόσμος μετατρέπεται σε φάκα. Οι χαρακτήρες νιώθουν την
αδιόρατη ασφυξία ανάμεσα στο πραγματικό, το ψεύδος και το όνειρο. Ή ακόμα και
την ουτοπία.
Συναντήσαμε στις πρόβες τον σκηνοθέτη κ. Πέρη Μιχαηλίδη και
μας μίλησε για την υποκριτική, για την μακρόχρονη θητεία του ως ηθοποιός στο
ΚΘΒΕ, τις σημαντικές συνεργασίες του, για το δικό του σκηνοθετικό «βλέμμα» για
τους φόβους, τις ανησυχίες του, αλλά και για αυτό το μαγικό υλικό από το οποίο
είναι φτιαγμένη η ζωή.
Α.Ζ.: Καλώς ορίσατε στη Θεσσαλονίκη και πάλι κ.
Μιχαηλίδη. Σαφώς και οι δρόμοι, αλλά και τα τοπόσημα της πόλης σας είναι
γνωστά. Αφού έχετε θητεύσει επί πολλά συναπτά έτη ως ηθοποιός στο ΚΘΒΕ. Μιλήστε
μας για αυτή την περίοδο της επαγγελματικής σας ζωής.
Π.Μ.: ‘Όπως έχω δηλώσει επανειλημμένα έχω
μεγαλώσει μέσα στον οργανισμό του ΚΘΒΕ κι έχω ζήσει θαυμαστές περιόδους αυτού
του θεάτρου, παίζοντας ως ηθοποιός στις σκηνές του ή συμμετέχοντας σε
περιοδείες στη βόρειο Ελλάδα, παίζοντας τα καλοκαίρια στην Επίδαυρο και τέλος
από το 2002 σκηνοθετώντας διάφορα έργα.
Θα μπορούσα να διηγούμαι πολλές ιστορίες από αυτή τη
διαδρομή μου στο ΚΘΒΕ που καθόρισαν την αντίληψή μου για το θέατρο.
Τέλος κάθε φορά όταν επιστρέφω είναι σαν να μην έχω φύγει
ποτέ.. οι δεσμοί μου με τους ανθρώπους αυτού του θεάτρου – που υπηρετούν
αποκλειστικά και μόνο το θέατρο – είναι για μένα η απόλυτη συγκίνηση.
Το έργο του Πίντερ που επέλεξα ΓΥΡΙΣΜΟΣ είναι
ακόμη συμβολικό κομμάτι αυτής της σχέσης που έχω με το θέατρο αυτό.
Ο κ. Πέρης Μιχαηλίδης και η κ.
Άντζελα Ζιούτη Φώτο: Θεόφιλος Στουπιάδης
Α.Ζ.: Κάποιες σημαντικές συνεργασίες που δεν θα
λησμονήσετε ποτέ;
Π.Μ.: Στην κορυφή βρίσκεται το ‘’Χάρολντ και
Μώντ’’ το 1984 με την Δέσπω Διαμαντίδου σε σκηνοθεσία Ανδρέα Βουτσινά. Μια
παράσταση θρύλος για το θέατρο που ακόμη και σήμερα 40 χρόνια μετά εδώ
και στην Αθήνα συναντώ ανθρώπους που έχουν δει την παράσταση και μου μιλάνε γι’
αυτήν. Είναι πολύ σημαντικό για ένα ηθοποιό να συναντάς ανθρώπους
και να σου μιλάνε τόσα χρόνια μετά γι’ αυτή τη θεατρική εμπειρία..
Α.Ζ.: Εμφανίζεστε παράλληλα και στην τηλεοπτική σειρά ΤΟ
ΔΙΧΤΥ που προβάλλεται από την ΕΤ1. Υπάρχουν διαφορές λοιπόν, μεταξύ τηλεοπτικού
και θεατρικού κοινού;
Π.Μ.: Συνάντησα τον εξαιρετικό σκηνοθέτη
Μανούσο Μανουσάκη στα δυο τελευταία σήριαλ που γύρισε ‘’Το κόκκινο ποτάμι’’ και
το τελευταίο του το ‘’Δίχτυ’’ ήταν μια πολύ ιδιαίτερη και σημαντική για μένα
συνεργασία γιατί είχε άποψη για τους ρόλους πως πρέπει να παίζονται κι αυτό
είναι πού βοηθητικό για έναν ηθοποιό κάτι που συνάντησα επίσης στη συνεργασία
μου με τον Κώστα Κουτσομύτη στα ‘’Βαμμένα κόκκινα μαλλιά’’
Παλιότερα το κοινό του θεάτρου ήταν αυτόνομο την ιδιωτική
τηλεόραση όμως σιγά – σιγά και τα σήριαλ άρχισε να χάνει την αυτονομία του για
να φτάσουμε σήμερα που ηθοποιός θεωρείται αυτός που συμμετέχει σε κάποιο σήριαλ
και αυτό είναι άδικο για τα χιλιάδες ταλαντούχα παιδιά που δεν έτυχε να τους
επιλέξουν σε κάποια σειρά. Σήμερα ο κόσμος πάει στο θέατρο οι αίθουσες γεμίζουν
ίσως να έχει βοηθήσει η τηλεόραση αλλά πάντα πιστεύω ότι το σωστό θεατρικό
κοινό έχει διαμορφώσει το δικό αυστηρό κριτήριο ανεξάρτητα από την τηλεόραση.
Α.Ζ.: Ηθοποιός, σημαίνει φως; Ή μήπως εσώτερο
σκοτάδι;
Π.Μ.: Θα παραφράσω κάτι από τον Αλμπέρ Καμύ’’
Πρέπει να έχεις έναν μεγάλο έρωτα, για να είναι το άλλοθι στις απελπισίες που
μας κυριεύουν’’. Κι αυτό το άλλοθι είναι για μένα το θέατρο, όσο εσώτερο
σκοτάδι κι αν σε κυριεύει μερικές φορές.
Α.Ζ.: Με το έργο του Χάρολντ Πίντερ Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ έγινε και
ο δικός σας γυρισμός στη Θεσσαλονίκη. Τι αγαπάτε περισσότερα σε αυτή την πόλη;
Π.Μ.: Ήρθαμε στη Θεσσαλονίκη την δεκαετία του
’70 από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, γιατί στον πατέρα μου η παραλία του
θύμιζε την Κορνίς ( την παραλία της πόλης που ζούσαμε ). Συνδέθηκα μ’ αυτή την
πόλη, πρόλαβα να δω τους ποιητές της ‘’Διαγωνίου΄΄ και τους συγγραφείς να
κυκλοφορούν στους δρόμους της, ν’ ανέβω τα λίγα σκαλοπάτια του Sante και του
Flou και σε άλλα μέρη κινηματογράφους κυρίως που δεν υπάρχουν πια και μόνο το
μπαρ ‘’De facto’’ να αποτελεί μια στιγμή που ο χρόνος έχει σταματήσει.. Αυτό
που αισθάνομαι κάθε φορά που επιστρέφω είναι αυτή η αθεράπευτη νοσταλγία.
Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ είναι ένα έργο με βαθύ συμβολισμό που αφορά τους
ήρωές του με διαφορετικό τρόπο όπως κι ο δικός μου.
Α.Ζ.: Γιατί επιλέξατε να σκηνοθετήσετε Χάρολντ Πίντερ;
Π.Μ.: Ο Πίντερ είναι ένας συγγραφέας που γνώρισα
μέσα από τις παραστάσεις κι ειδικά την δεκαετία του ’70 και από τις ταινίες που
ο Πίντερ έχει γράψει σενάρια κι αναφέρομαι στην αριστουργηματική ταινία του
Joseph Losey ‘’Ο υπηρέτης’’ που είχα την τύχη να ερμηνεύσω στο θέατρο το 2010.
Αναζήτησα τον Πίντερ της πρώτης περιόδου που προηγήθηκε του in yer face theatre
– θέατρο στα μούτρα κείμενα του οποίου αποτέλεσαν και την αφορμή αυτού του
ρεύματος.
Κυρίαρχο στοιχείο στα έργα του ο λόγος, τραχύς, βαθιά
ρεαλιστικός, σχέσεις γεμάτες συγκρούσεις, παύσεις, συνθέτουν αυτό το ιδιόμορφο
ύφος που του έχει αποδοθεί το pinteresque.. Ο ‘’Γυρισμός’’ από τα αμφιλεγόμενα
έργα του Πίντερ που διχάζει τους κριτικούς με το διφορούμενο ύφος του
συγκρίνεται με ομότεχνούς του όπως ο Μπέκετ ο Όσμπορν, ο Άλμπυ όλοι του θεάτρου
του παραλόγου.
Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ είναι ένα έργο λαϊκό σε πρώτη
ανάγνωση που κρύβει βαθιά ψυχαναλυτικά ρεύματα που αφορούν την πατριαρχία η
οποία στηλιτεύεται ανελέητα στη διάρκεια του έργου θέτοντας ζητήματα που
αφορούν την οικογένεια με τις παθογένειες που εμφανίζει ακόμη και σήμερα.
Α.Ζ.: Ως γνωστό ο θεατρικός συγγραφέας Χάρολντ Πίντερ
είναι ένας από τους κύριους εκφραστές του Θεάτρου του παραλόγου. Σύμφωνα με
αυτό το έργο των συγγραφέων αυτών δίνει
καλλιτεχνική άρθρωση στην φιλοσοφία του Αλμπέρ Καμύ, πως η ζωή είναι
έμφυτα χωρίς νόημα. Τελικά, η ζωή δεν έχει κανένα νόημα;
Π.Μ.: Το Θέατρο του Παραλόγου γεννήθηκε στο
Παρίσι μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τη δεκαετία του ‘50. Η κατάταξη
των συγγραφέων του Παραλόγου σε μία κατηγορία έγκειται στο γεγονός της
διαμόρφωσης κοινών χαρακτηριστικών στο συγγραφικό τους έργο,
όπως είναι η ανάδειξη μιας νέας γλώσσας, οι αγωνίες, τα αισθήματα και οι
σκέψεις του ανθρώπου του δυτικού κόσμου, που έχει βγει από τη φρίκη δύο
παγκοσμίων πολέμων και έχει την παράξενη αίσθηση ότι η ζωή του δεν έχει κανένα
νόημα. Ο Καμύ βασικός πυλώνας του θεάτρου του παραλόγου στον ‘’μύθο του
Σίσυφου’’ λέει ότι ο άνθρωπος συνειδητοποιεί ότι η ζωή του δεν έχει νόημα κι
έτσι οδηγείται να ζήσει ελεύθερος χωρίς κάποιο κάλεσμα. Η βεβαιότητα του θανάτου,
η εχθρότητα του κόσμου, η αίσθηση ότι είναι ξένος σε αυτόν συνθέτουν το
παράλογο της ύπαρξής του.
Ωστόσο ο Πίντερ στάθηκε σταθερά υπεράσπισης της δύναμης του
ανθρώπου και με τα έργα του μάλλον θέλησε να αναδείξει την αξία της ζωής.
Σήμερα στην πιθανότητα μιας παγκόσμιας σύρραξης και παρακολουθώντας τη φρίκη
του πολέμου να εξαπλώνεται παντού ίσως χρειάζεται μια επαναξιολόγηση της αξία
της.
Φώτο: Θεόφιλος Στουπιάδης
Α.Ζ.: Αν μπορούσατε να αλλάξετε κάτι, τι θα ήταν αυτό :
Π.Μ.: Νομίζω το κέντρο είναι η οικογένεια, όπως
την προσέγγισε η ψυχανάλυση του ’70.
Α.Ζ.: Θα έλεγε κανείς, ότι από τη «σύζευξη» Πίντερ και
Μιχαηλίδη το κοινό της Θεσσαλονίκης θα απολαύσει μία αλλιώτικη θέαση και θα
αφυπνιστεί σε έννοιες όπως αποξένωση
επικοινωνίας, αλαζονεία και δυστοπία. Συμφωνείτε;
Π.Μ.: Αυτό που μπορούν κάνουν οι καλλιτέχνες
είναι να εκφράζονται μέσα από την τέχνη τους. Η παράσταση θα λειτουργήσει σαν
καθρέφτης όλων όσων καθημερινά διαβάζουμε στον ημερήσιο τύπο και στα social
media. Η γραφή του Πίντερ λειτουργεί ως εικόνα μπούμερανγκ προς τους θεατές
όπως θα την όριζε ο Μπρεχτ κι ο καθένας ας οδηγηθεί στα δικά του συμπεράσματα
όπως λέγαμε παλιά.
Α.Ζ.: Από την ουτοπία στη δυστοπία, δηλαδή; Άραγε, η
κοινωνία είναι σε θέση να κινηθεί αντίστροφα;
Π.Μ.: Τον χειμώνα που μας πέρασε ανέβασα στο
αγαπημένο μου θέατρο ‘’Φούρνος’’ το ‘’The Dreamers’’- Οι Ονειροπόλοι του
Gilbert Adair σε μετάφραση Γιώργου Ίκαρου Μπαμπασάκη ένα οδοιπορικό στην
εξέγερση του Μάη του ’68 που ήταν η απόλυτη έκφραση της ουτοπίας κι η έφοδος
προς τον ουρανό, νομίζω ωστόσο, ότι σήμερα η δυστοπία κυριαρχεί και δεν βλέπω
παρά ελάχιστες κινήσεις για να κινηθεί αντίστροφα η κοινωνία.
Α.Ζ.: Τι σας κάνει να ξυπνάτε το πρωί;
Π.Μ.: Θεωρώ ότι ένας άνθρωπος θα πρέπει αν το
αισθάνεται και μπορεί να ασχολείται με αυτό αγαπάει μέχρι το τέλος της ζωής
του, εμένα αυτό που με κινητοποιεί κάθε πρωί είναι ότι θα ασχοληθώ με κάτι που
αγαπώ πολύ. το θέατρο. Και να πάρω την μηχανή μου…με ότι και αν σημαίνει αυτό…
Λίγα λόγια για τον σκηνοθέτη και ηθοποιό Πέρη
Μιχαηλίδη
Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου κι αυτό καθόρισε το
βλέμμα του για πάντα.
Τελείωσε τη δραματική σχολή του Κρατικού Ωδείου
Θεσσαλονίκης, φοίτησε στην Ακαδημία δραματικής τέχνης της Ρώμης και
παρακολούθησε σεμινάρια με την ομάδα του Γκροτόφσκι.
Ως ηθοποιός εργάστηκε στο Κρατικό θέατρο βορείου Ελλάδος,
στο Εθνικό και σε πολλά θέατρα της Αθήνας.
Σκηνοθέτησε στο ΚΘΒΕ, στα περισσότερα ΔΗΠΕΘΕ και στο
ελεύθερο θέατρο.
Με την εταιρεία θεάτρου Μηχανή για 25 χρόνια περίπου
παρουσίασε στα θέατρα Φούρνος. Συνεργείο, Booze, Μύλο και Αυλαία Θεσσαλονίκης,
Λιθογραφείο Πάτρα, Ναυπηγεία Περάματος πρωτοποριακά έργα των Κολτές, Μπέρκωφ,
Ά.Νίλσον, Μπέρνχαρντ, Σενέκα κλπ.
Στον πολυχώρο Beton7 για δέκα χρόνια περίπου ως υπεύθυνος
του θεάτρου διοργάνωσε φεστιβάλ με άξονες τους: Σαίξπηρ, Ρακίνα, Μολιέρο,
Στρίνμπερκ. αλλά και την αρχαία τραγωδία συνεχίζοντας παράλληλα την παρουσίαση
του σύγχρονου ρεπερτορίου.
Στην τηλεόραση έπαιξε στα σίριαλ «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά»,
«Δούρειος Ίππος» «Και οι παντρεμένοι έχουν ψυχή» και τελευταία στις «Άγριες
μέλισσες» και «Τα καλύτερά μας χρόνια».
Στον κινηματογράφο έπαιξε στην ταινία του Κώστα Βρεττάκου
«Τα παιδιά της Χελιδόνας». Δίδαξε στη σχολή του ΚΘΒΕ από 2005 – 2008 και τα
τελευταία χρόνια διδάσκει στη δραματική σχολή «Μοντέρνοι καιροί».
“Ο Γυρισμός” του Χάρολντ Πίντερ: Μία κωμωδία για τα
διαχρονικά επίκαιρα κακώς κείμενα της εποχής του
Η νέα παραγωγή του ΚΘΒΕ, η θεατρική παράσταση «Ο
γυρισμός» από τον Νομπελίστα συγγραφέα Χάρολντ Πίντερ,
παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη, στο Μικρό Θέατρο Μονής Λαζαριστών, σε
σκηνοθεσία Πέρη Μιχαηλίδη.
Όπως τόνισε ο κ. Μιχαηλίδης, πρόκειται
για μία κωμωδία της απειλής, όπου ο βραβευμένος
συγγραφέας με βιτριολικό χιούμορ, απροκάλυπτο κυνισμό και ωμό ρεαλισμό θίγει
τα κακώς κείμενα της κοινωνίας, τα οποία απασχολούν και τη σύγχρονη εποχή.
Οι χαρακτήρες σοκάρουν όχι μόνο με την αθυροστομία τους
αλλά και με το περιεχόμενό τους που αναδεικνύεται μέσα από
ακραίες συγκρούσεις και ανατροπές, ενώ πολλές φορές, ακροβατούν ανάμεσα
στο κωμικό και το τραγικό.
Πίσω από τη φαινομενικά ρεαλιστική δράση και τους δομημένους
με σχολαστική ακρίβεια διαλόγους, ο Πίντερ προκαλεί μία συνεχή αίσθηση
ανασφάλειας, σε ένα ασαφές πλαίσιο, στο οποίο χάνονται τα όρια του αληθούς,
του ψευδούς, της πραγματικότητας και του ονείρου.
Γυρισμός: “Κριτική στην Πατριαρχία και τα δεινά που
απορρέουν από αυτήν”
Πέρης Μιχαηλίδης: “Ο Γυρισμός είναι ένα έργο απόλυτα
ρεαλιστικό με την ιδιότυπη πιντερική γραφή”
Ο σκωπτικός και πολυπράγμων Πέρης Μιχαηλίδης (Σκηνοθέτης –
Ηθοποιός) με βλέμμα άκρως διερευνητικό και πρωτοποριακό μας εκπλήσσει με τη νέα
του σκηνοθετική απόπειρα υπό τη σκέπη του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος.
Αυτή τη φορά με την αριστουργηματική του σκηνοθεσία στον Πιντερικό «Γυρισμό»,
ενός ιδιότυπα ρεαλιστικού “Έργου του Παραλόγου” – Κωμωδίας της Απειλής που
αποτελεί Γροθιά στην Πατριαρχία και τα δεινά που απορρέουν απ’ αυτήν!
Πρόκειται για ένα λαϊκό έργο, άκρως επίκαιρο που ακροβατεί εντέχνως μεταξύ του Κωμικού Στοιχείου και της Αίσθησης Απειλής ασκώντας κριτική στην Πατριαρχία καταγγέλλοντας κάθε μορφή εξουσίας, ενώ καταδεικνύει με τρόπο καυστικό τη φθορά των διαπροσωπικών σχέσεων σε δυστοπικές εποχές.
Πώς προχωρήσατε στην επιλογή του συγκεκριμένου συγγραφέα
και δη του εν λόγω έργου;
Ο Πίντερ από την δεκαετία του ’70 ήταν ένας αγαπημένος μου
συγγραφέας μαζί με τους Μπέκετ, Ιονέσκο και Άλμπυ όλοι του θεάτρου του
παραλόγου όπως το όρισε ο Ουγγρικής καταγωγής Άγγλος κριτικός Μάρτιν Έσσλιν.
Επηρεασμένοι από τους πυλώνες του υπαρξισμού Σαρτρ και Καμύ με την βεβαιότητα
της απουσίας του θεού ο άνθρωπος είναι πλέον ελεύθερος να ζει μέσα στην
αποξένωση. Ο Πίντερ επέλεξε σαν βασικό του σκηνικό το «Δωμάτιο» – που ήταν και
το πρώτο του έργο – κι εκεί τοποθέτησε τους ήρωές του.
Ήρωες μοναχικοί – όπως αυτοί του Μπέκετ – με διάφορες
εμμονές αλληλοσπαράσσονται στο δοσμένο σκηνικό και πάντα υπάρχει ο κίνδυνος της
εισβολής κάποιας άγνωστης απειλής από τον έξω κόσμο. Το συγκεκριμένο έργο το
επέλεξα όχι μόνο για την αριστοτεχνική δομή του αλλά για την κριτική του στην
πατριαρχία που διαπερνά το έργο.
Ποια η θεματική του έργου, όπως και το προσωπικό σας
σκηνοθετικό ζητούμενο;
Η θεματική του έργου είναι η πατριαρχία κι η θέση της
γυναίκας και το σκηνοθετικό ζητούμενο ήταν η ανάδειξή τους.
Το έργο αποτελεί μια μετάβαση από την Ουτοπία στη
Δυστοπία;
Από την Ουτοπία του Μάη του ’68 και τους «Dreamers». Οι
ονειροπόλοι που ανέβασα πέρυσι στον Φούρνο το έργο του Πίντερ προφητικό
γραμμένο το ’65 περιγράφει την επερχόμενη δυστοπία που σκεπάζει τη ζωή μας.
Πώς
επιτυγχάνεται αυτή η μετάβαση και ποια δυσκολία ενείχε;
Τα έργα του Πίντερ και ειδικά το συγκεκριμένο είναι ένα
λαϊκό έργο οπότε η δυσκολία ήταν στην αναζήτηση των κρυμμένων παραμέτρων που
διαπερνούν το κείμενο.
Στο συγκεκριμένο έργο γίνεται κριτική στην πατριαρχία και τα
δεινά που απορρέουν από αυτήν.
Η ιστορία του έργου απλή, σε ένα σπίτι μιας υποβαθμισμένης
γειτονιάς στο βόρειο Λονδίνο, σε ένα σπίτι κατοικούν ένας συνταξιούχος χασάπης
με τον αδελφό του σοφέρ σε λιμουζίνες, τους δυο του γιους και «εισβάλουν» στο
σπίτι από την Αμερική ο πρωτότοκος γιος του καθηγητή φιλοσοφίας με τη σύζυγό
του. Η οικογένεια εμποτισμένη από τον μισογυνισμό που περιρρέει επιτίθεται
λεκτικά στη σύζυγο. Το δωμάτιο μετατρέπεται σε χώρο ακραίων αντιπαραθέσεων σε
σχέση με τη θέση της γυναίκας αλλά και στον γενικότερο τρόπο ζωής.
Η δυσκολία ήταν να προσεγγίσεις το έργο με την καφκική
ατμόσφαιρα που διαπερνά συνολικά το έργο του Πίντερ.
Πρόκειται για ένα συμβολικό έργο;
Ο Γυρισμός είναι ένα έργο απολύτως ρεαλιστικό με αυτόν τον
ιδιότυπο ρεαλισμό που καθιέρωσε τον Πίντερ. Η αμφίσημη γραφή του, οι παύσεις,
οι παρατεταμένες σιωπές, ο ιδιότυπος ρεαλισμός, το βιτριολικό χιούμορ, οι
εμμονές των ηρώων του, οι συγκρούσεις, δημιουργούν το ερέθισμα να ασχοληθείς με
τα έργα του ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες του – με σκηνικό ενός «Δωματίου» που
είναι και το πρώτο του έργο – να δώσεις την ευκαιρία σε ηθοποιούς να
ερμηνεύσουν έναν σημαντικό συγγραφέα και στη συγκεκριμένη παράσταση ευτύχησε να
ερμηνευτεί από έξι υπέροχους ηθοποιούς του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος.
Πού συναντά και που ταυτίζεται με τον “Γυρισμό” ο
σκηνοθέτης του, Πέρης Μιχαηλίδης;
Επέλεξα αυτό το έργο γιατί καθημερινά διαβάζουμε στο
ημερήσιο τύπο και στα social media για κακοποιήσεις γυναικών, ξυλοδαρμούς,
γυναικοκτονίες κ.λπ..
Το έργο του Πίντερ είναι απολύτως επίκαιρο γιατί – η ιστορία
που διαδραματίζεται μέσα σε ένα Δωμάτιο ενός σπιτιού αγαπημένος χώρος στα έργα
του Πίντερ – φέρνει στη σκηνή ένα γεγονός που θα μπορούσε να συμβεί σήμερα μέσα
στο σπίτι μιας οποιαδήποτε οικογένειας με πατριαρχικές αντιλήψεις και τον αγώνα
μιας γυναίκας να μπορέσει να σταθεί απέναντι στον κακοποιητικό λόγο της
αντρικής σκληρότητας. Στο Γυρισμό καταγράφονται όλες οι παθογένειες που
ακολουθούν την σύγχρονη κοινωνία, στηλιτεύονται από το συγγραφέα που θέτει
ανοιχτά το γυναικείο ζήτημα.
Πέρης Μιχαηλίδης – Εύα Μαρά
Πού έγκειται η δυναμική, καθώς και η διαχρονικότητα και
επικαιρότητα του Πιντερικού θεατρικού έργου;
Ο Πίντερ είναι στους κλασικούς συγγραφείς του θεάτρου του
παραλόγου και στα έργα του καταγράφεται η φθορά των διαπροσωπικών σχέσεων, οι
υπαρξιακές αγωνίες σε δυστοπικές εποχές, αλλά και η βαθιά πολιτική του στάση
που την απέδειξε με τον ακτιβισμό που διαπερνάει όλη του τη ζωή. Ο Πίντερ είναι
πάντα επίκαιρος χωρίς να είναι στη μόδα.
Το έργο – Κωμωδία της Απειλής ακροβατεί εντέχνως μεταξύ
του Κωμικού στοιχείου και της ταυτόχρονης Αίσθησης Απειλής! Πώς επιτυγχάνεται
αυτή η επιτυχής συνύπαρξη; Πώς παρουσιάζονται επί σκηνής οι Πιντερικοί
χαρακτήρες;
Ο κόσμος του Πίντερ μαγικός συνδυάζει το κωμικό με το
τραγικό κι ο τραγέλαφος του γκροτέσκο – τεχνοτροπία του θεάτρου του παραλόγου –
με τις παύσεις και τις σιωπές συνθέτουν τα βασικά υλικά της γραφής του
συγγραφέα. Τέλος ο συχνά επαναλαμβανόμενος λόγος οι εφιαλτικές παύσεις που
περιέχουν κρυμμένες εμμονές κι απωθημένα, οδηγούν σε ατέρμονες συγκρούσεις
& δημιουργούν την αίσθηση της κρυμμένης απειλής.
Εν κατακλείδι, ποιο αποτελεί το όραμα σας για την Τέχνη
και δη το θέατρο που υπηρετείτε επί μακρόν με τόση συνέπεια, ήθος, ταλέντο και
ασίγαστο πάθος;
Η τέχνη είναι τρόπος ζωής με όλη τη σημασία της λέξης και το
μοναδικό όραμα είναι να υπηρετείς το θέατρο με οποιοδήποτε κόστος αυτό για μένα
υπήρξε πάντα ο τρόπος της ζωής μου.
Θερμές Ευχαριστίες για την πλέον ουσιαστική γόνιμη και
ενδιαφέρουσα συνέντευξή μας στο Thessaloniki City Guide με αφορμή την νέα σου
επιτυχημένη συνεργασία με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος στο εμβληματικό
Πιντερικό έργο «Γυρισμός» που ανεβαίνει από τις 18 Ιανουαρίου 2025 στη Μονή
Λαζαριστών.
Σου ευχόμαστε ολόψυχα «Καλή Επιτυχία» και «Καλή Συνέχεια»
στο αέναο συναρπαστικό Ταξίδι σου στην Τέχνη – διανθισμένης με αξιόλογες και
πρωτοποριακές πάντα δημιουργίες, εσωτερικές αναζητήσεις, αποκαλύψεις και
ψυχικές εκτονώσεις!
Πέρης Μιχαηλίδης: «Το θέατρο είναι όλη μου η ζωή»
Ο Πέρης Μιχαηλίδης σε αποκλειστική συνέντευξη από το Α ως
το Ω
Και ως σκηνοθέτης και ως ηθοποιός γνωρίζει καλά το θέατρο!
Είναι από τους εργάτες του θεάτρου και όχι από αυτούς που επιζητούν την άμεση
αναγνωρισιμότητα και τα εύκολα χρήματα… Ο πολυσχιδής και άξιος Πέρης
Μιχαηλίδης έχει καταπιαστεί με πολλά έργα ρεπερτορίου, στη μεστή
καλλιτεχνική του πορεία, και όλα τα έχει ανεβάσει με τις οδηγίες που δίνει ο
συγγραφέας σε αυτά, την κλασική ή σύγχρονη ματιά τους, χωρίς να τα πειράξει και
παρεκκλίνει από το ύφος τους στο παραμικρό. Ακόμη και τα πιο avant garde ήταν
εύληπτα και στο μη μυημένο κοινό χάρις στη σκηνοθετική του δεξιότητα! Τη φετινή
σεζόν σκηνοθετεί ένα υπέροχο αλλά δύσκολο έργο “Ο γυρισμός” του πιο αμφίσημου
συγγραφέα, του Άγγλου Χάρολντ Πίντερ στο Μικρό Θέατρο της Μονής Λαζαριστών.
Τηλεοπτικά τον βρίσκουμε να συμπρωταγωνιστεί στο σίριαλ της ΕΡΤ ”Το δίχτυ”. Ο
σκηνοθέτης που οι παραστάσεις του μυρίζουν καλό θέατρο Πέρης Μιχαηλίδης από το
Α ως το Ω.
Ανασφάλεια: Μια παρατεταμένα αθεράπευτη αγωνία…
Βιτριολικό χιούμορ: Σώζει παραστάσεις!
Γέννηση: Αλεξάνδρεια Αιγύπτου.
Διαπροσωπικές σχέσεις: Εις αναζήτηση
δικτύου.
Ένστικτα: Όταν τελειώνει η ρασιοναλιστική
λογική…
Ζωή: Η ζωή είναι ωραία!
Ηθοποιοί: Οι ευαίσθητοι άνθρωποι.
Θέατρο: Όλη μου η ζωή!
Ισορροπία: Ευαίσθητη κι απαραίτητη.
Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος: Αέναη επιστροφή…
Λόγος: Ένα σημαντικό προτέρημα!
Μοναχικότητα: Το ησυχαστήριο της ψυχής…
Νέα χρονιά: Νέες προκλήσεις!
Ξένοι συγγραφείς Άγγλοι: Τους ακολούθησα
ανεβάζοντας παραστάσεις τους in your face theatre – θέατρο στα μούτρα και τώρα
Πίντερ.
Ο Γυρισμός: Ένα έργο ανελέητης κριτικής
στην πατριαρχία.
Πατριαρχία: Μια τραγική εκδοχή της οικογένειας.
Ρεαλισμός: Η βασική αρχή του θεάτρου.
Σκηνοθεσία: Το εξωτικό ταξίδι με ένα συγγραφέα
κι ηθοποιούς …
Τηλεόραση : Συμπρωταγωνιστώ στο ‘’Δίχτυ’’
της ΕΡΤ1 του Μανουσάκη.
Υστεροφημία: Χωρίς λόγο…
Φθόνος: Άχρηστο συναίσθημα
Χάρολντ Πίντερ: Η απόλυτη έκφραση της
αμφισημίας!
Ψυχή: Η Εδέμ που χρειάζεται προφύλαξη…
Ωραίες συνεργασίες: Δέσπω Διαμαντίδου για
πάντα!
Ο Πέρης Μιχαηλίδης στο Documento: «Το θέατρο του παραλόγου είναι απολύτως επίκαιρο»
Λίγο πριν από την πρεμιέρα του «Γυρισμού» στο ΚΘΒΕ ο
σκηνοθέτης Πέρης Μιχαηλίδης μιλάει για το διάσημο έργο του Πίντερ αλλά και για
τη σχέση του με τη Θεσσαλονίκη και την Αλεξάνδρεια.
Νοσταλγεί την παραλία Κορνίς της Αλεξάνδρειας του Τσίρκα και
του Ντάρελ, όπως νοσταλγεί κανείς τον μύθο της πόλης που γεννήθηκε. Και κάθε
φορά που επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη, την πόλη στην οποία μεγάλωσε κι έκανε τις
πρώτες μεγάλες επιτυχίες του, «είναι σαν να μην έχει φύγει ποτέ», όπως λέει.
Φέτος, έπειτα από σκηνοθετική απουσία δεκαοκτώ ετών, επιστρέφει με τον
«Γυρισμό» του Χάρολντ Πίντερ στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Το επέλεξε
γιατί αγαπάει τον καφκικό ρεαλισμό του νομπελίστα συγγραφέα και γιατί, όπως
είπε ο Πίντερ όταν ρωτήθηκε, «αφορά την αγάπη και την έλλειψη της αγάπης».
Ο Πέρης Μιχαηλίδης δεν χρειάζεται
συστάσεις. Η διαδρομή του στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα για δεκαετίες έχει
αποδείξει το ταλέντο του –ερμηνευτικό και σκηνοθετικό– αλλά και τη στάση του
απέναντι στην τέχνη και τη ζωή. Ποτέ υπερφίαλος ή κυνηγός της επιτυχίας με κάθε
κόστος, πάντα βαθιά πολιτικός, ευαίσθητος, ιδιοσυγκρασιακός, διφορούμενος και
ευθύβολος μαζί, βαδίζει τον δρόμο του χωρίς να βάζει νερό στο κρασί του.
Η επιλογή του έργου συμπίπτει με τον δικό σας «γυρισμό»
στη Θεσσαλονίκη. Ποια είναι τα συναισθήματά σας;
Ο γυρισμός είναι μια βαριά λέξη σε σχέση με την επιστροφή.
Έχω αέναες επιστροφές στην πόλη που μεγάλωσα μετά την Αλεξάνδρεια. Κάθε φορά
που επιστρέφω είναι μια στεναχώρια για την πόλη που άφησα φεύγοντας το ’85. Η
Θεσσαλονίκη εκσυγχρονίζεται αλλά κουβαλάει μαζί της και τα επίθετα με τα οποία
τη στόλισε η περίοδος των lifestyle περιοδικών, όπως η «ερωτική πόλη», που μόνο
μελαγχολία μπορεί να προκαλούν. Η πόλη έχει τους δικούς της ρυθμούς και βιώνει
το παρελθόν στο πρόσωπο μερικών ποιητών, συγγραφέων, καλλιτεχνών γενικά, ως των
τελευταίων μαρτύρων αυτής της πόλης που υπήρξε και –αν δεν ζουν κλεισμένοι στα
σπίτια τους– τους συναντάς στο καφέ De Facto και το Ντορέ. Η επιστροφή μου στο
ΚΘΒΕ –που φέτος συμπληρώνονται 50 χρόνια σχέσης και αναφοράς μου σ’ αυτό– μου
δίνει την αίσθηση ότι ποτέ δεν έφυγα. Η συγκίνηση περισσεύει, γιατί κάθε φορά
συναντώ ανθρώπους που τους γνωρίζω χρόνια και μοιράζομαι μαζί τους τις ιστορίες
αυτού του θεάτρου που είναι τόσες, μια ζωή ολόκληρη.
Σε μια εποχή που η βία έχει κανονικοποιηθεί και οι
γυναικοκτονίες έχουν γίνει καθημερινότητα, γιατί επιλέξατε αυτό το πρώιμο έργο
του Πίντερ;
Ο «Γυρισμός», μαζί με το «Πάρτι γενεθλίων», εγκαινιάζει την
κρυμμένη βία στον αγαπημένο του χώρο, το «Δωμάτιο», που είναι και το πρώτο του
έργο. Στον «Γυρισμό» ο βασικός ρόλος, ο Μαξ, εκτοξεύει προς τους θεατές
συντεταγμένα και απόλυτα όλη τη «φιλοσοφία» και το λεξιλόγιο της πατριαρχίας
διανθισμένο με ακραίο μισογυνισμό και σεξισμό. Στο δωμάτιο του «Γυρισμού» –που
είναι και το μοναδικό σκηνικό του έργου– εκκολάπτονται και εκφέρονται με
διάφορους τρόπους όλες οι εδραιωμένες απόψεις κι οι εμμονές που μπορούν να
οδηγήσουν στη λεκτική κακοποίηση μιας γυναίκας γιατί τολμάει να έχει
συναισθήματα, γνώμη κι εντέλει να διαθέτει τον εαυτό της όπως εκείνη επιθυμεί.
Ένα έργο γραμμένο το ’65 με αρνητικούς ήρωες θέτει ζητήματα που αφορούν τη
σημερινή κοινωνία, την πατριαρχία και τη θέση της γυναίκας. Έχουν γραφτεί πολλά
για τη θέση της Ρουθ στο έργο του Πίντερ. Έχει αναφερθεί πως η ηρωίδα δεν
εκπροσωπεί τη γυναικεία αυτοδιάθεση, ωστόσο προσωπικά είμαι κοντά στην άποψη
–κι αυτό υποστηρίζω σκηνοθετικά– ότι η Ρουθ επιβάλλει τους δικούς της όρους στη
μάχη της με την ανδροκρατούμενη οικογένεια.
Το έργο πυροδότησε έντονες αντιδράσεις στην εποχή μετά το
#MeToo λόγω της έντονης σεξουαλικοποίησης της μοναδικής γυναίκας του έργου.
Ποια είναι η δική σας θέση σε αυτό;
Θεωρώ ότι το έργο μπορεί να εγγράφεται στο θέατρο του
παραλόγου, ωστόσο λειτουργεί ως «εικόνα μπούμερανγκ» σύμφωνα με τον Μπρεχτ,
δηλαδή εμφανίζονται στους θεατές ακραία αρνητικοί ήρωες που δημιουργούν απώθηση
και μέσα από αυτήν τη διαδικασία έρχεται η κάθαρση που αναζητά ο θεατής. Ο
Πίντερ, με πρόσχημα ένα καλογραμμένο έργο απολύτως ρεαλιστικό, αναζητά κάτω από
την επιφάνεια των λέξεων τα κρυμμένα πάθη, τα ένστικτα, τους φόβους και τις
ενοχές που κρύβουν οι ήρωες. Η ιστορία είναι απλή. Στο σπίτι μιας υποβαθμισμένης
γειτονιάς στο βόρειο Λονδίνο, όπου κατοικούν ένας συνταξιούχος χασάπης με τον
αδελφό του που είναι σοφέρ σε λιμουζίνες και τους δυο γιους του, «εισβάλλει»
από την Αμερική ο πρωτότοκος γιος του, καθηγητής φιλοσοφίας, με τη σύζυγό του.
Η οικογένεια επιτίθεται λεκτικά στη σύζυγο, την οποία ο πατέρας χαρακτηρίζει
πόρνη, όπως άλλωστε και τη γυναίκα του που έχει πεθάνει. Η σκηνοθεσία
προσεγγίζει το έργο ακριβώς όπως είναι. Ο Πίντερ, με τον βαρύ πολιτικό
ακτιβισμό του σε όλη τη διάρκεια της ζωής του και την υπεράσπιση των ανθρώπινων
δικαιωμάτων, δεν θα μπορούσε παρά να υπεραμύνεται τη θέση της γυναίκας. Η
παράσταση προσεγγίζεται με την αισθητική του φιλμ νουάρ, αναδεικνύοντας το
σασπένς που υπάρχει στο έργο με την καφκική ατμόσφαιρα που τόσο επηρέασε τον
συγγραφέα στη δημιουργία των ρόλων και του έργου του συνολικά.
Τι σημαίνει «κωμωδία της απειλής», όπως χαρακτηρίζεται το
έργο;
Ο κόσμος του Πίντερ, σαγηνευτικά μαγικός, συνδυάζει το
κωμικό με το τραγικό και ο τραγέλαφος του γκροτέσκου, προσφιλής θεατρική
τεχνοτροπία του θεάτρου του παραλόγου με τις παύσεις και τις σιωπές, συνθέτουν
τα βασικά υλικά της γραφής του συγγραφέα. Τέλος, ο συχνά επαναλαμβανόμενος
λόγος, οι εφιαλτικές παύσεις που περιέχουν κρυμμένες εμμονές κι απωθημένα και
οδηγούν σε ατέρμονες συγκρούσεις δημιουργούν την αίσθηση της κρυμμένης απειλής
σαν έναν πίνακα του Ιερώνυμου Μπος.
Γιατί σας ενδιαφέρει τόσο πολύ το θέατρο του παραλόγου,
όπως έχετε πει;
Ήταν το ρεύμα που γεννήθηκε στο Παρίσι μετά τον Β΄ Παγκόσμιο
Πόλεμο, όταν ο κόσμος βίωσε τη φρίκη αναζητώντας τους λόγους της ύπαρξης. Οι
συγγραφείς αναζήτησαν μια νέα γλώσσα ή θεώρησαν αναγκαία την κατάργησή της
κατακερματίζοντας τον καθημερινό λόγο, όπως ο Ιονέσκο, ο Μπέκετ κ.λπ. Αλλά και
στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού με τους Γκόμπροβιτς, Βίτκεβιτς, Μπρόζεκ
αναζητήθηκε ένας υπαινικτικός λόγος. Ο Πίντερ με τον ιδιότυπο ρεαλισμό στα έργα
του δημιούργησε ένα δικό του στιλ και ο λόγος του, τραχύς, βαθιά ρεαλιστικός,
με συγκρούσεις και παύσεις, συνθέτει το ιδιόμορφο είδος που του έχει αποδοθεί
ως Pinteresque. Το θέατρο του παραλόγου με πυλώνες τον Σαρτρ και τον Καμύ, με
διαφορετική κατεύθυνση ο καθένας, εξέφρασε το παράλογο της ύπαρξης, τη
βεβαιότητα του θανάτου, την αποξένωση, τη συνειδητοποίηση ότι η ζωή δεν έχει
νόημα κι έτσι ο άνθρωπος οδηγείται να ζήσει ελεύθερος. Σήμερα στη δυστοπία που
βιώνουμε τα κείμενα του θεάτρου του παραλόγου είναι απολύτως επίκαιρα, ο λόγος
των Μπέκετ, Πίντερ αλλά και τα κείμενα των Χάξλεϊ και Οργουελ καταγράφουν και
προβλέπουν την επέλαση του κακού.
Τι είναι αυτό που νοσταλγείτε από τη γενέθλια πόλη της
Αλεξάνδρειας;
Η νοσταλγία είναι παντοτινή κι ο αέρας της Κορνίς –η
ατελείωτη παραλία της Αλεξάνδρειας– με τη μυρωδιά από το ιώδιο της θάλασσας και
το ψημένο καλαμπόκι σε μεθάει και ο «Ξένος» του Καμύ σε οδηγεί σε κείνο το μπαρ
που ξενυχτάει.
Πέρης Μιχαηλίδης: Με τον Γυρισμό “εισβάλλει” στα μυστικά
πίσω από κλειστές πόρτες.
O Πέρης Μιχαηλίδης μιλά στο NEWS 24/7 με αφορμή
τον “Γυρισμό” του Χάρολντ Πίντερ που σκηνοθετεί στο Μικρό Θέατρο της Μονής
Λαζαριστών στη Θεσσαλονίκη.
Γράφει η ΓΕΩΡΓΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ
O Πέρης Μιχαηλίδης σκηνοθετεί για
λογιαριασμό του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος το έργο του Χάρολντ
Πίντερ «Ο Γυρισμός» στο Μικρό Θέατρο της Μονής Λαζαριστών.
“O Πίντερ είναι ένας αγαπημένος μου συγγραφέας που τον
παρακολουθώ πολλά χρόνια, όχι μόνο στο θέατρο, αλλά και στο σινεμά, μιας κι ο
Πίντερ έδωσε πολλά σενάρια στο free cinema της Αγγλίας την δεκαετία ’60 -΄70,
μεταξύ των οποίων ο αριστουργηματικός «Υπηρέτης» του Joseph Losey” αναφέρει
ο Πέρης Μιχαηλίδης στο NEWS 24/7.
Και συνεχίζει λέγοντας “Η αμφίσημη γραφή του, οι
παύσεις, οι παρατεταμένες σιωπές, ο ιδιότυπος ρεαλισμός, το βιτριολικό χιούμορ,
οι εμμονές των ηρώων του, οι συγκρούσεις, δημιουργούν το ερέθισμα να ασχοληθείς
με τα έργα του ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες του – με σκηνικό ενός «Δωματίου»
που είναι και το πρώτο του έργο- να δώσεις την ευκαιρία σε ηθοποιούς να
ερμηνεύσουν έναν σημαντικό συγγραφέα χωρίς περαιτέρω σκηνογραφικές κι άλλες
εικαστικές παρεμβάσεις.
Αγαπώ τον Πίντερ γιατί μπορεί γίνει λαϊκός και εύληπτος και
ταυτόχρονα αμφίσημος κι εμμονικός με επαναλαμβανόμενα νοήματα και φράσεις που
οι ήρωές του ομολογούν το υπαρξιακό τους αδιέξοδο μέσα από το σαρκασμό. O
Πίντερ παραμένει επίκαιρος και τα έργα του παίζονται από τη δεκαετία του ’60 σε
όλο τον κόσμο γιατί ακολουθεί την εποχή, ταυτόχρονα προσεγγίζει θέματα που
έρχονται από το μέλλον και μαζί με τους συγγραφείς του θεάτρου του παραλόγου
Σάμιουελ Μπέκετ, Έντουαρντ Άλμπι, είναι κοντά στη φιλοσοφία του Αλμπέρ Καμύ ότι
η ζωή είναι χωρίς νόημα κι ο άνθρωπος οδηγείται να ζήσει ελεύθερος μέσα στην
αποξένωση”.
Μια απλή ιστορία σε μια φτωχογειτονιά και χαρακτήρες που
σοκάρουν
Πρόκειται για μια κωμωδία της απειλής, όπου ο βραβευμένος
συγγραφέας με βιτριολικό χιούμορ, απροκάλυπτο κυνισμό και ωμό ρεαλισμό θίγει τα
κακώς κείμενα της κοινωνίας τα οποία απασχολούν και τη σύγχρονη εποχή.
“Η ιστορία είναι απλή” αναφέρει ο Πέρης
Μιχαηλίδης, “σε μια φτωχογειτονιά στο βόρειο Λονδίνο σ’ένα σπίτι ζουν ένας
συνταξιούχος χασάπης με τον αδελφό του, σοφέρ σε λιμουζίνες πολυτελείας, τους
δυο γιους του, ο ένας προαγωγός κι άλλος επίδοξος μποξέρ κι επιστρέφει από την
Αμερική ο πρωτότοκος γιος του με τη σύζυγό του.
Η ανδροκρατούμενη οικογένεια επιτίθεται λεκτικά στη σύζυγο
μιας και ο μισογυνισμός περισσεύει στο σπίτι, όπου συντελείται μια παρατεταμένη
σύγκρουση με κωμικοτραγικά γεγονότα. Το έργο όπως έχει δηλώσει ο ίδιος ο Πίντερ
αφορά στην αγάπη και στην έλλειψη της αγάπης”.
Οι χαρακτήρες σοκάρουν όχι μόνο με την αθυροστομία τους αλλά
και με το “περιεχόμενό” τους που αναδεικνύεται μέσα από ακραίες συγκρούσεις και
ανατροπές ενώ πολλές φορές ακροβατούν ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό.
Ο σκηνοθέτης τους σκιαγραφεί: “O Μαξ, συνταξιούχος
χασάπης, πατέρας της οικογένειας, με φρασεολογία στα όρια του λούμπεν, μας
μεταφέρει όλη τη φιλοσοφία της πατριαρχίας διανθισμένη με αρκετό σεξισμό και
μισογυνισμό. Eίναι αρνητικός ήρωας του Πίντερ που εκτοξεύεται ως εικόνα
μπούμερανγκ προς τους θεατές όπως στα έργα του Μπρεχτ. Ερμηνεύεται από τον
Βασίλη Σπυρόπουλο.
Ο Σαμ, ο αδελφός του, σοφέρ σε λιμουζίνες πολυτελείας,
βρίσκεται σε μόνιμη διαμάχη με τον Μαξ και αποτελεί μοναδική πηγή ανθρωπιάς στο
έργο. Ερμηνεύεται από τον Θάνο Κοντογιώργη.
Ο Λένυ, ο μεσαίος γιος του Μαξ, βρίσκεται σε απόλυτη αντιστοιχία με τον πατέρα
του όσον αφορά στον μισογυνισμό με παράφορες διηγήσεις σχετικά με βίαιες
συμπεριφορές σε γυναίκες, ωστόσο είναι οξυδερκής και σαρκαστικός. Ερμηνεύεται
από τον Γιώργο Κολοβό.
Ο Τζόυ, ο μικρός της οικογένειας, επίδοξος μποξέρ στα όρια
της διανοητικής καθυστέρησης ερμηνεύεται από τον Μάνο Γαλανή.
Ο Τέντυ, ο πρωτότοκος γιος της οικογένειας, καθηγητής
φιλοσοφίας στην Αμερικής, ψυχρός διανοούμενος που φέρει τα χαρακτηριστικά του
πατέρα του με την επικάλυψη της μόρφωσης, επιστρέφει ‘’εισβάλοντας’’ στο σπίτι
με τη σύζυγό του Ρουθ. Ερμηνεύεται από τον Κωνσταντίνο Χατζησάββα.
Η Ρουθ, η μοναδική γυναίκα του έργου, βασική ηρωίδα για την
κατανόηση του έργου, δέχεται τις λεκτικές επιθέσεις της οικογένειας που
φαντασιώνεται τη γυναίκα άλλοτε ως αγία κι άλλοτε ως πόρνη, παίρνοντας τη θέση
της Τζέσυ της συζύγου του Μαξ που έχει πεθάνει. Ερμηνεύεται από την Ελένη
Μισχοπούλου”.
Ο Πέρης Μιχαηλίδης photo: Mike-Rafail
Η σκηνοθετική προσέγγιση του Πέρη Μιχαηλίδη
Πώς όμως ο Πέρης Μιχαηλίδης προσέγγισε τη σκοτεινή και
υπαινικτική ατμόσφαιρα του Πίντερ;
“Ο Πίντερ βαθιά επηρεασμένος από τον Κάφκα δημιουργεί
μισοφωτισμένες εμμονικές ατμόσφαιρες. Αυτές ακριβώς ακολουθεί κι η σκηνοθεσία
με την αισθητική του φιλμ νουάρ. Οι ήρωες διακρίνονται για τον κυνισμό τους κι
ειδικά στο ερωτικό συναίσθημα, εκεί ακριβώς η σκηνοθεσία συναντάει τους ήρωες
του Πίντερ με τον ιδιότυπο ρεαλισμό, με γλώσσα στα όρια του λούμπεν, τις
εφιαλτικές απρόσμενες παύσεις, τις ισοπεδωτικές συγκρούσεις που ταλαντεύονται
ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό και δημιουργούν την αίσθηση της «κωμωδίας της
απειλής» που χαρακτηρίζει το έργο του. Θεωρώ ότι το σημαντικό σε αυτή την
παράσταση είναι να αναδειχθούν σκηνοθετικά οι σχέσεις μεταξύ των ηρώων του
έργου και το διαρκές σασπένς να ενυπάρχει στη δράση του έργου.
Η πρόθεσή μου, μαζί με την μεταφράστρια Χριστίνα Πάμπου-
Παγκουρέλη και τον σκηνογράφο Γιάννη Μετζικώφ, ήταν να παρουσιάσουμε μια
παράσταση όσο το δυνατόν κοντά στο έργο του συγγραφέα. Τέλος η κυρίως μουσική
της παράστασης είναι από ένα πικάπ και δύο 45άρια δίσκους”.
Πώς το έργο αυτό επικοινωνεί με το σήμερα;
“Καθημερινά διαβάζουμε στο ημερήσιο τύπο και στα social
media για κακοποιήσεις γυναικών, ξυλοδαρμούς, γυναικοκτονίες κλπ. Το έργο του
Πίντερ είναι απολύτως επίκαιρο γιατί – η ιστορία που διαδραματίζεται μέσα σε
ένα Δωμάτιο ενός σπιτιού, αγαπημένος χώρος στα έργα του Πίντερ- φέρνει στη
σκηνή ένα γεγονός που θα μπορούσε να συμβεί σήμερα μέσα στο σπίτι μιας
οποιαδήποτε οικογένειας με πατριαρχικές αντιλήψεις και τον αγώνα μιας γυναίκας
να μπορέσει να σταθεί απέναντι στον κακοποιητικό λόγο της αντρικής σκληρότητας.
Στον «Γυρισμό» καταγράφονται και στηλιτεύονται όλες οι
παθογένειες που ακολουθούν την σύγχρονη κοινωνία από τον συγγραφέα, ο οποίος
θέτει ανοιχτά το γυναικείο ζήτημα. Ένα έργο λαϊκό με διαλόγους από τη σύγχρονη
καθημερινότητα που εισβάλει πίσω από τις κλειστές πόρτες και αναδεικνύει θέματα
που συμβαίνουν και μας απασχολούν” αναφέρει.
Τι συμβολίζει η παρουσία της Ρουθ, της μοναδικής γυναικείας
παρουσίας στο έργο;
“Έχουν γραφτεί πολλά για τον ρόλο της Ρουθ. Για την
ανδροκρατούμενη οικογένεια του έργου αντιπροσωπεύει την αγία μητέρα αλλά και
την πόρνη, ο συγγραφέας στο πρόσωπό της βλέπει την προσπάθεια μιας γυναίκας να
απαλλαγεί από ένα συμβατικό γάμο αναζητώντας τη δική της αυτοδιάθεση.
Δεν είναι τυχαίο ότι στα σενάρια του free cinema του ’60 οι
γυναίκες ηθοποιοί Vanessa Redgrave, July Kristy, Sarah Miles ερμήνευσαν σε
διάφορα σενάρια ηρωίδες οι οποίες αναζήτησαν την ελευθερία και την αυτοδιάθεση
από την ανδροκρατούμενη κοινωνία. Μια από αυτές είναι και η ηρωίδα του Πίντερ.
Έχει γραφτεί ότι η Ρουθ, έργο γραμμένο το 1965, κατά το συγγραφέα, φέρει τα
στοιχεία της γυναικείας απελευθέρωσης, όπως έκανε κι η Νόρα, η ηρωίδα του Ίψεν
στο «Κουκλόσπιτο», έργο γραμμένο το 1879”.
Πόσο απέχει η οικογένεια του έργου από τις σημερινές
πραγματικότητες που βιώνουμε;
“Ο Πίντερ έχει καταχωριστεί στο θέατρο του Παραλόγου με την
υπαινικτική και συμβολική γραφή του, ωστόσο είναι κι απολύτως λαϊκός συγγραφέας
και στον «Γυρισμό» ο ρεαλισμός που διαπερνά το έργο δείχνει ανάγλυφα τις
παθογένειες μιας οικογένειας τη δεκαετία του ’60 που δυστυχώς υπάρχουν και
σήμερα σε μερικές οικογένειες” καταλήγει ο Πέρης Μιχαηλίδης.
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Μετάφραση: Χριστίνα Μπάμπου – Παγκουρέλη, Σκηνοθεσία-
Μουσική επιμέλεια: Πέρης Μιχαηλίδης, Σκηνικά- Κοστούμια: Γιάννης Μετζικώφ,
Βοηθός σκηνοθέτη: Άγγελος Ανδρέας Καρανικόλας, Οργάνωση παραγωγής: Μαριλύ
Βεντούρη- Ματίνα Παγουλάτου, Φωτογραφίες: Mike Rafail | That long black cloud
Παίζουν (με σειρά εμφάνισης):
Γιώργος Κολοβός (Λένυ, Βασίλης Σπυρόπουλος (Μαξ), Θάνος Κοντογιώργης (Σαμ),
Μάνος Γαλανής (Τζόυ), Ελένη Μισχοπούλου (Ρουθ), Κωνσταντίνος Χατζησάββας
(Τέντυ)
*Κατάλληλο για θεατές άνω των 15 ετών